Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Ἰωάννης Λίτινας: Ὁ Ἐσταυρωμένος στό Ἱερό Βῆμα (δ,ε, )


μελέτημα περί τῆς ἐπιχειρούμενης ἀποβολῆς Του

 

Τὰ μέρη (α) ΕΔΩ (β) ΕΔΩ (γ) ΕΔΩ καί (δ) ΕΔΩ
 
Γράφει ὁ  Ἰωάννης Λίτινας

 

7. Ἱεροκανονικός ἔλεγχος τῆς ἀποβολῆς τοῡ Ἐσταυρωμένου.

 

Ἡ χρήση τοῦ διακριτοῦ καὶ ἀποσπώμενου σώματος τοῦ Ἐσταυρωμένου ἐπὶ τοὐλάχιστον δύο αἰῶνες, (κατὰ δὲ τὴν ἀρχαιολογικὴ ἑταιρεία ἐπὶ πέντε αἰῶνες)[1], στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ ἐπὶ πολλοὺς περισσότερους σὲ ἄλλες τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἔχει κατασταθῆ παράδοση τέτοια ὥστε τὸ Τυπικὸν ὁρίζει κατὰ τὴν ἀκολουθία τῶν Παθῶν ὅτι «ψαλλομένου τοῦ 15ου  ἀντιφώνου γίνεται ἡ ἔξοδος τοῦ Σταυροῦ ὡς συνηθίσθη ἤδη πανταχοῦ», πρᾶγμα ποὺ δεικνύει, ὅπως ἐπισημάναμε ἀρχικά, τὴν ἐθιμικὴ ἰσχύ του, κατὰ τὸ "ἡ δέ συνήθεια οὕτω κεκράτηκεν" (Κανών ΚΑ΄ Μ.Βασιλείου).

 

Ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς τῆς πρακτικῆς ὄχι μόνο δὲν ἀνέτρεψε, ἀλλοίωσε ἢ ἔβλαψε στὸ παραμικρὸ τὴν προϋπάρχουσα λειτουργικὴ τάξη (δηλαδὴ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἁπλοῦ Σταυροῦ πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα μὲ ζωγραφισμένη τὴν μορφὴ τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ ἢ χωρὶς αὐτὴν) ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν ἐνίσχυσε πολύ. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν θεωρεῖται ὡς καινοτομία βλάπτουσα τὴν Ἱερὰ Παράδοση. Οὔτε κἂν ὡς καινοτομία. Τοὐναντίον, καινοτομία εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία ἡ ἀφαίρεση τοῦ Ἐσταυρωμένου μαζὶ μὲ τὸν Σταυρό.

 

Κανένας ἱερὸς Κανόνας, καμμία ἱερὰ παράδοση, καμμία Σύνοδος καὶ καμμία πατερική διδασκαλία ἤ πράξη δέν ἀντικρούουν τὴν ὕπαρξη τῆς ἀποσπώμενης μορφῆς τοῦ Σταυρωθέντος στὴν Λατρεία  ἢ τὴν θέση της πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Καὶ ὄχι μόνο δὲν ἀντικρούουν, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν προστατεύει de jure ἀπὸ κάθε ἐναντία παρέμβαση ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

 

Ἐπειδή, συγκεκριμένα, πρόκειται γιὰ εἰκονικὴ ἀναζωγράφηση τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ποὺ ἔχει ὑιοθετηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κάθε ἀπόπειρα ἀποβολῆς της ἀπὸ αὐτήν, εἴτε ὡς ἀθέτηση τῆς ὑφιστάμενης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, εἴτε ὡς πανοῦργος ἐπινόηση πρὸς ἀνατροπὴ τῆς ἐνθέσμου παραδόσεως, εἴτε ὡς καινοτομία ἐπισύρει τὴν καθαίρεση καὶ τὸν ἀφορισμὸ σὲ ὅσους κληρικοὺς ἢ λαϊκοὺς τὴν τολμήσουν, κατὰ τὴν σαφῆ διατύπωση τοῦ Ὅρου Πίστεως τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:

 

«Τοὺς οὖν τολμῶντας ἑτέρως φρονεῖν ἢ διδάσκειν, ἢ κατὰ τοὺς ἐναγεῖς αἱρετικοὺς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις ἀθετεῖν καὶ καινοτομίαν τινὰ ἑπινοεῖν ἤ ἀποβάλλεσθαι τι ἐκ τῶν ἀνατεθειμένων τῇ ἐκκλησίᾳ, εὐαγγέλιον ἤ τύπον τοῦ σταυροῦ ἢ εἰκονικὴν ἀναζωγράφησιν ἢ ἅγιον λείψανον μάρτυρος, ἢ ἐπινοεῖν σκολιῶς καὶ πανούργως πρὸς τὸ ἀνατρέψαι ἕν τι τῶν ἐνθέσμων παραδόσεων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἔτι γε μὴν ὡς κοινοῖς χρῆσθαι τοῖς ἱεροῖς κειμηλίοις ἢ τοῖς εὐαγέσι μοναστηρίοις, ἐπισκόπους μὲν ὄντας ἢ κληρικοὺς καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, μονάζοντας δὲ ἢ λαϊκοὺς τῆς κοινωνίας ἀφορίζεσθαι».[2]

 

Ἄξιον προσοχῆς εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδικάζει ἀκόμα κι' ὅσους ἁπλῶς φρονοῦν διαφορετικὰ ἀπὸ ὅσα φρονεῖ καὶ διδάσκει ἐκείνη∙ καὶ ἡ ἀλάθητη αὐτὴ Σύνοδος ὁρίζει νὰ τοποθετοῦνται στὴν Ἐκκλησία οἱ εἰκόνες, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο εἶναι αὐτὲς κατασκευασμένες (ἐν προκειμένῳ τοῦ σταυρωμένου Χριστοῦ), στὴν ἴδια περιωπὴ καὶ θέση ποὺ ἔχουμε τὸν τύπο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ:

 

«Ὁρίζομεν σὺν ἀκριβείᾳ πάσῃ καὶ ἐμμελείᾳ, παραπλησίως τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ ἀνατίθεσθαι τὰς σεπτὰς καὶ ἁγίας εἰκόνας, τὰς ἐκ χρωμάτων καὶ ψηφῖδος καὶ ἑτέρας ὕλης ἐπιτηδείως ἐχούσης, ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις ἐν ἱεροῖς σκεύεσι καὶ ἐσθῆσι, τοίχοις τε καὶ σανίσιν, οἴκοις τε καὶ ὁδοῖ∙ τῆς τε τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰκόνος…»[3]

 

Ἡ εἰκονική, λοιπόν, μορφὴ τοῦ σταυρωθέντος ὡς ἀπολύτως συνάδουσα μὲ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα ἐπαληθεύει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ χρησιμεύει στὴν ὠφέλειά μας, διακηρύσσει ἡ Ἁγία Σύνοδος, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν φυλάει ἀκαινοτόμητη ὡς τεθεσπισμένη παράδοση μαζὶ μὲ ὅλες τὶς παραδόσεις, γραπτὲς ἢ ἄγραφες:

 

«Ἁπάσας τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἐγγράφως ἢ ἀγράφως τεθεσπισμένας ἡμῖν παραδόσεις ἀκαινοτομήτως φυλάττομεν. Ὧν μία ἐστὶ καὶ ἡ τῆς εἰκονικῆς ἀναζωγραφήσεως ἐκτύπωσις, ὡς τῇ ἱστορίᾳ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος συνάδουσα, πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως, καὶ εἰς ὁμοίαν λυσιτέλειαν ἡμῖν χρησιμεύουσα»[4].

8. Ἀρχαῖες ἐγκαταλελειμμένες πρακτικές. Κριτήρια ἀναγκαιότητας ἐπιστροφής σ’ αὐτὲς.

 

Εἶναι κοινῶς ἀποδεκτὸν ὅτι μία ἀρχαιότερη ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ὀρθότερη ἀπὸ τὴν νεότερη, ὅπως γιὰ παράδειγμα, τὰ θυσιαστήρια στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς ναοὺς τῆς Ἀντιόχειας (καὶ ἀλλοῦ) τὰ ὁποῖα ἔβλεπαν πρὸς τὴν δύση[5]  καὶ  ἀργότερα ρυθμίστηκαν πρὸς τὸ θεολογικότερον, δηλαδή νὰ βλέπουν πρὸς ἀνατολήν.

Ὡστόσο κι αὐτὴ ἀκόμα ἡ ἀπαραίτητη πρὸς ἀνατολὰς προσευχὴ καὶ προσκύνηση[6], δὲν ἦταν χωρὶς πνευματικοὺς κινδύνους κατὰ τὴν ἐφαρμογὴ της. Ἡ στροφὴ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος ἀπὸ τὴν δύση πρὸς τὴν ἀνατολὴ ὁδήγησε πολλοὺς πιστούς, ἐξ’ ἀγνοίας καὶ δεισιδαιμονίας, στὴν εἰδωλολατρικὴ προσκύνηση τοῦ ἥλιου. Ἡ ἀναγκαιότητα ὅμως τῆς ἐφαρμογῆς πρὸς τὸ θεολογικότερον ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ὅποιους «σκανδαλισμούς». Ὁ ἅγιος Λέων ὁ Α΄ (πάπας Ρώμης 440-461 μΧ), ἐπέβαλε τότε ἐπιτίμιο στὸν λαό, ὁ ὁποῖος ἱστάμενος στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου στρεφόταν πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιο καὶ προσευχόταν σ’ αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ εἰδωλολατρικὴ αὐτὴ συνήθεια δὲν ἐξαφανιζόταν, στήθηκε κατὰ τὸ 1300 πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ ναοῦ, μεγάλη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων, οὕτως ὥστε νὰ ὑπενθυμίζει στοὺς κατ’ ἀνατολὰς στρεφομένους πρὸς προσευχήν, ὅτι ὄφειλαν νὰ λατρεύουν τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι τὸν ἥλιο (Θ.Η.Ε. λῆμ. «βῆμα, ἅγιον»).

 

Ποιὸς μπορεῑ νὰ ἐγγυηθῆ σήμερα μὲ ἀσφάλεια ὅτι ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ Ἐσταυρωμένου μὲ τὸν Σταυρὸ πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὴν ἐμφάνιση ἀντ’ Αὐτοῦ, τοῦ ἐπισκόπου καθημένου ἐπὶ τοῦ συνθρόνου, ὅτι δὲν οἰκοδομοῦνται ἐξ’ ἀγνοίας καὶ ἔλλειψης καταρτισμοῦ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι στὴν προσκύνηση τοῦ ἐπισκόπου ὡς ἄλλου πάπα ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐγγυηθῆ ὅτι ἡ ἀποβολὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν θὰ σημάνει σὲ πολλοὺς σκανδαλιζομένους τὴν δικὴ τους ἑκούσια ἀποχώρηση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ Οἰκοδεσπότης ἀφαιρέθηκε; Ἂν ὃ Χριστὸς καίτοι ἀναστημένος προτρέπει τοὺς μαθητὲς νὰ δοῦν καὶ νὰ ψηλαφίσουν τὶς πληγὲς ποὺ ὑπέστη ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, πῶς μπορεῖ νὰ σταθεῖ διδασκαλία ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι ἀνάρμοστο νὰ θεᾶται πίσω ἀπὸ τὸν τάφο Του, Ἐκεῖνος καὶ ὁ Σταυρός Του; Συνιστᾶ ἢ ὄχι αὐτὸ προσβολή; Προκαλεῖ σκανδαλισμὸ ἢ ὄχι;

 

Ἂν ὁ προκαλούμενος σκανδαλισμὸς εἶναι σοβαρώτερος ἀπὸ μία ὀρθὴ κίνηση, τότε αὐτὴ ἡ κίνηση πρέπει νὰ ἀποφεύγεται. Οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι ἂν οἱ ἄλλοι οἰκοδομοῦνται σὲ ἁμαρτία μὲ μία πράξη μας, ἂν σκανδαλίζονται καὶ κόβεται ἡ καλὴ προθυμία γιὰ τὰ πνευματικά, τότε νὰ παραιτούμεθα ἀπ’ αὐτήν, ἀκόμα κι ἂν εἶναι δικαίωμα ποὺ ἀπορρέει ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς:  «Ὅτι δεῖ καὶ τὸ συγκεχωρημένον ὑπὸ τῆς Γραφῆς πρᾶγμα ἢ ῥῆμα παραιτεῖσθαι, ὅταν οἰκοδομῶνται ἄλλοι ἐκ τοῦ ὁμοίου εἰς ἁμαρτίαν· ἢ ἐκκόπτωνται τὴν περὶ τὰ καλὰ προθυμίαν».[7]

 

Ἡ ἀποβολὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου στηριζόμενη στὸ πρόσχημα ὅτι ἐπιστρέφουμε ἔτσι σὲ ἀρχαιότερη καὶ μακροβιώτερη παράδοση ἐμπίπτει στὴν κατηγορία αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ σκανδαλισμὸς ποὺ προκαλεῖται εἶναι σοβαρώτερος ἀπὸ τὸ (ἀνύπαρκτο) «ὄφελος» ἐπιστροφῆς σ’ αὐτήν. Διότι προφανῶς αὐτὴ ἡ κίνηση, ἐκτὸς τοῦ ὅτι γίνεται λανθασμένως (βλ. ἑνότ. 2) καὶ ἀντικανονικῶς (βλ. ἑνότ. 7), ἀπεμπολεῖ ἐπιπλέον τὸν κεκτημένο πλουτισμὸ τῆς παραδόσεως καὶ δὲν τιμάει καθόλου τὸν Ἐσταυρωμένο Δεσπότη, ἀλλὰ μᾶλλον Τὸν προσβάλλει, ἐνῶ πρέπει πάντα ὅσα γίνονται νὰ ἀποσκοποῦν στὴν δόξα Του. «Πάντα τοίνυν ποιῶμεν, ἀγαπητοὶ, ὥστε δοξάζεσθαι τὸν ἡμέτερον Δεσπότην, καὶ μηδενὶ σκανδάλου αἰτίαν παρέχωμεν»,[8] νουθετεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ἡ ἁμαρτία τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν εἶναι μεγάλη καθὼς ἡ βλάβη αὐτὴ διαβαίνει σὲ Αὐτὸν τὸν σταυρωθέντα Χριστόν: «Σφοδρὰ ἡ ἀπειλὴ καὶ μεγάλην ἔχουσα τὴν κατάκρισιν. Μὴ γὰρ νομίσῃς, φησὶν, εἰς ἐκεῖνον μόνον περιστήσεσθαι τὴν βλάβην· εἰς αὐτὸν διαβαίνει τὸν Χριστὸν τὸν δι’ ἐκεῖνον σταυρωθέντα».[9]

 

Ἀρχαιότερη πρακτικὴ ἦταν ἐπίσης καὶ τὸ χαμηλὸ ὕψος τοῦ τέμπλου, πρακτικὴ ποὺ ἐγκατελείφθη ὁριστικὰ ἀπὸ τὸν 5ο αἰ. κατασκευάζοντας ὑψηλότερα, πρᾶγμα ποὺ ἀνάγκασε νὰ ματαιωθῆ στὸ ἑξῆς ἡ κατασκευὴ τοῦ συνθρόνου στὴν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καθὼς δὲν ἦταν δυνατὸν πλέον στὸν ἐπίσκοπο νὰ ἐπισκοπῆ τὸ ἐκκλησίασμα.[10] Γιά τὴν ἴδρυση τοῦ συνθρόνου, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐρμηνεύει «Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ μέσα εἰς τὸ θυσιαστήριον τὸ ἱερὸν σύνθρονον ἵδρυται, ἵνα, ὁ μέν Ἀρχιερεύς ἀναβαίνων καὶ καθεζόμενος εἰς αὐτὸ βλέπει ἀπὸ ὑψηλά, ὡσάν ἀπὸ βίγλαν τὸν ὑποκείμενον αὑτῷ λαὸν, καὶ ἀκριβέστερον τοῦτον ἐπισκοπῇ».[11]  Ἔτσι, ὑψουμένου τοῦ τέμπλου, ὁ ἐπισκοπικός θρόνος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταφερθῆ στὴν σημερινή γνωστή θέση, στὸν κυρίως ναό. (Θ.Η.Ε. λῆμ. «τέμπλον» καὶ «σύνθρονον»).

 

Ὁ μακαριστός Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἦταν νοσταλγός τοῦ συνθρόνου. Διέβλεπε ὅμως τοὺς κινδύνους ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη ἐπιστροφὴ σὲ αὐτὸ καὶ κατέληγε: «Μακάρι νὰ ξαναγυρίζαμε στὴν ἀρχαία ἐποχὴ ποὺ ὑπῆρχε τὸ σύνθρονο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει αὐτὴ ἡ μεταβολὴ στὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ γίνει κανονικά, μὲ ἀπόφαση μιᾶς πανορθοδόξου Συνόδου, γιατὶ ἂν γίνει μὲ ἀπόφαση μιᾶς μόνο συνόδου, π.χ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ δημιουργηθοῦν σκάνδαλα καὶ φιλονικίες. Προτιμότερο, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται γιὰ ζητήματα τάξεως, νὰ μείνουν ὅπως εἶναι τὰ πράγματα καὶ νὰ ‘μαστε ἑνωμένοι, παρὰ νὰ κάνουμε μεταβολὲς καὶ μεταρρυθμίσεις, ποὺ μπορεῖ μὲν νὰ ’ναι σύμφωνες μὲ τὴν ἱερὰ παράδοση, ἀλλ’ ὅταν δὲν γίνονται μὲ τὴ συμφωνία ὅλων τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, μποροῦν νὰ μᾶς χωρίσουν, ὅπως συνέβη μὲ τὸ παλαιοημερολογητικό ζήτημα».[12]

 

Μία ἄλλη παλαιὰ πρακτικὴ ἦταν ἀκόμα ἡ χρήση βήλων (κουρτινῶν) στὴν θέση τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου μέχρι τὸν 14ο αἰ. ὁπότε καὶ ἐγκατελείφθη κι αὐτὴ (Θ.Η.Ε. λῆμ. «τέμπλον»). Κανεὶς φυσικά, δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῆ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὅτι εἶναι προτιμότερη ἡ ἐπιστροφὴ στὴν παλαιὰ πρακτικὴ ἡ ὁποία εἶναι καὶ μακροβιώτερη.

 

Ὁ καθηγητὴς Φουντούλης ἐξετάζοντας τὴν ἀρχαία πρακτικὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ λειτουργὸς μετελάμβανε ἀπὸ τοῦ ἁγίου ποτηρίου μία φορὰ καὶ ὄχι τρεῖς ὅπως γίνεται σήμερα, ἐνῶ κρίνει καὶ τὶς δύο ὀρθὲς καὶ ἐνῶ προκρίνει τὴν ἀρχαιότερη ὡς προτιμοτέρα, πλὴν ὅμως καταλήγει στὸ συμπέρασμα: «Ἡ ἐπιστροφή στὴν ἀρχική πρᾶξι δέν εἶναι τόσο εὔκολη, οὔτε ἴσως καὶ ἀξιοσύστατη, ἀφοῦ ἐπί αἰῶνες πιά ἐπεκράτησε καὶ γενικῶς κρατεῖ καὶ σήμερα ἡ τριπλή ἐκ τοῦ ποτηρίου κοινωνία».[13] Τὸ ἴδιο ἐκτιμοῦμε ὅτι θὰ ἰσχυριζόταν καὶ γιὰ τὴν περίπτωση ποὺ ἐξετάζουμε:  Δὲν εἶναι ἀξιοσύστατη ἡ ἐπιστροφὴ στὴν παράδοση μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Σταυροῦ πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα χωρὶς τὸν Ἐσταυρωμένο, ἀφοῦ ἐπὶ αἰῶνες πιὰ ἐπεκράτησε καὶ γενικῶς κρατεῖ καὶ σήμερα ἡ ἀποσπώμενη εἰκονικὴ μορφὴ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ.

 

Τέλος, ἀρχαία πρακτικὴ ἦταν καὶ ἡ σημείωση τοῦ τύπου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μὲ ἕνα δάκτυλο καὶ ἀργότερα μὲ δύο δάκτυλα.[14] Ὡστόσο καὶ ’δῶ, κανένας δὲν διανοεῖται νὰ ὑποστηρίξει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπιστροφὴ σὲ αὐτήν.

 

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος διαπιστώνει πὼς τίποτα δὲν σκανδαλίζει καὶ ταράζει τὴν συνείδηση τοῦ πιστοῦ ὅσο οἱ καινοτομίες καὶ ἀλλαγὲς ποὺ γίνονται στὴ Λατρεία, ἀκόμα κι ἂν γίνονται γιὰ καλό, ὅπως ἐν προκειμένω διατείνονται ὅσοι ὑποστηρίζουν τὴν ἀποβολὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου. «Οὐδὲν γὰρ οὕτω θορυβεῖ ψυχὴν, κἂν ἐπὶ χρησίμῳ τινὶ γίνηται, ὡς καινοτομεῖν τι καὶ ξενίζειν, καὶ μάλιστα ὅταν περὶ λατρείας καὶ περὶ τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης τοῦτο γίνηται».[15]

 

Σὲ συμφωνία μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει:  «ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ φυλάξωμεν τὰ κοινῶς θεσπισθέντα διὰ τὴν εὐταξίαν, καὶ τὸ ἀτάραχον, ἔτι δε καὶ διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον».[16]

 

 Τελετή ἀποκαθήλωσης στὸ Δρυόβουνο ἀπὸ τὸν τοπικό ἱεράρχη.

Ἐπιλεγόμενα

 

Ἐξετάσαμε κατὰ δύναμιν καὶ ἔν τινι μέτρω ἁγιογραφικῶς, θεολογικῶς, ἱστορικῶς, λειτουργικῶς, ἐκκλησιαστικῶς καὶ ἱεροκανονικῶς τὸ καινοφανὲς ζήτημα τῆς ἀποβολῆς τοῦ Ἐσταυρωμένου ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα τῶν ναῶν καὶ παραδίδουμε τὸν ταπεινὸ καρπὸ αὐτοῦ τοῦ πονήματος στὴν Μία καὶ Μόνη ἀληθῆ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

 

Ὁ Σταυρὸς μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο, ὅπως καὶ ὅπου ἵσταται σήμερα στοὺς ἱεροὺς ναούς, ἔχει τυπωθῆ βαθιὰ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Πλούτισε τὴν λατρεία, ἐνίσχυσε τὸ λατρευτικὸ τους βίωμα καὶ εἶναι ἡ παρηγοριὰ καὶ ὁ πόθος τους. Ἀμέτρητα στόματα ὀμολογοῦν τὴν ἄνωθεν βοήθεια καὶ χάρη ποὺ ἐξακοντίζει ἡ θέα καὶ μόνο τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, ἐκεῖ, ὄπισθεν τῆς ἁγίας τραπέζης. Ποιὰ καρδιὰ μπορεῖ νὰ μείνη ἀσυγκίνητη μπροστὰ στὸν «ἀναβαλλόμενον τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον» σταυρωθέντα Κύριον; Τὸ διαβεβαίωσε ἄλλωστε ὁ Ἴδιος: «Κἀγώ ἐάν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν» (Ἰω.12, 32). Ἡ Ἐκκλησία διαχρονικῶς βλέπει μαζὶ μὲ τὸν Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ τὸν Χριστὸ νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, τὸν δι’ ἐκείνην ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον∙ βλέπει ὅμως ταυτοχρόνως μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ Τὸν δοξάζει πρεπόντως.

Πρός τοῦτο εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ ὑπερασπιστής τῆς Πίστεως λαός[17] τοῦ Θεοῦ θά συνεχίσει τὴν ἴδια πεπατημένη πορεία σωτηρίας πού βάδισαν καὶ οἱ Ἅγιοι, ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι, προσκυνοῦντες καὶ «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας» (Ἑβρ. 12, 2).

 

 

 ΤΩ ΣΤΑΥΡΩΘΕΝΤΙ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΝΤΙ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΙΩΝΩΝ. ΑΜΗΝ.                                        

 

 


  [1] Βλ. Προλεγόμενα.  Ὁ Ἐσταυρωμένος στὸ Ἱερὸ Βῆμα (α)

[2] ΚΑΡΜΙΡΗΣ Ι. (1960), Τὰ  Δογματικά καί Συμβολικά  Μνημεῖα  τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος I, σελ.241.

[3] Ὅ.π. σελ. 240.

[4] ὅ.π. σελ.240

[5] ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΣΧ. (5ος αι.), Ἐκκλ.Ἰστορία, PG 67, 640: «Ἐν Ἀντιόχεια δέ τῆς Συρίας ἡ Ἐκκλησία, ἀντίστροφον ἔχει τήν θέσιν. Οὐ γάρ πρός ἀνατολάς τὸ θυσιαστήριον, ἀλλά πρός δύσιν ὁρᾷ». Πρβλ. & ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΑΛΕΞ. PG 9, 461: «τὰ παλαίτατα τῶν ἱερῶν πρός δύσιν ἔβλεπεν».

[6] πρβλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. ΕΠΕ 1, 456. «Περὶ τοῦ προσκυνεῖν πρὸς ἀνατολὰς».

[7] Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ὅρος ΛΓ’. Ὅτι οὐ δεῖ σκανδαλίζειν, PG 31, 752.

[8] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Γένεσιν Ὁμ. 7, 2, PG 53, 63.

[9] Ὅ.π. PG 53,63.

[10] Ἀσφαλῶς οἱ ἐπίσκοποι τῶν πέντε πρώτων αἰώνων εἶχαν κατά κανόνα ἀπόλυτη συνείδηση τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς τους καὶ πνευματικὸ κῦρος τέτοιο ὥστε νὰ οἰκοδομοῦν πρὸς τὴν εὐσέβεια, νὰ διδάσκουν ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας καὶ νὰ ἐπιβλέπουν τὸ ποίμνιο∙ στοιχεῖο ποὺ γινόταν ἀντιληπτὸ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς οἱ ὁποῖοι καὶ προσέβλεπαν εἰς τὸν ἐπίσκοπον, καθήμενον ἐπὶ τοῦ συνθρόνου, ὡς τὸν δωρηθέντα ἀπὸ Θεοῦ ἀξιόπιστο ποιμένα καὶ προστάτη τους.

[11] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡ., Πηδάλιον. Κανών ΝΗ΄ Ἁγίων Ἀποστόλων. Συμφωνία.

[12] Μητρ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ, (1975), Ὁ Ὀρθόδοξος Ναός.

[13] ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ Ι., Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικάς Ἀπορίας Α.΄σελ.15.

[14] Φιλοκαλία, ΠΕΤΡΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, ΕΠΕ 17, 289 : «Ὅτι οἱ μέν δύο δάκτυλοι καί ἡ μία χείρ ἐμφαίνουσι τὸν ἐσταυρωμένον Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν δυσί φύσεσι καί μιᾷ ὑποστάσει γνωριζόμενον».

[15] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Α´Κορ. Ὁμ. 7, 6, PG 61, 63.

[16] ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (νεοελ.αποδ.), Κεφ. ΤΜΔ´, Ὅτι χρὴ τὰ κοινῇ τετυπωμένα τηρεῖσθαι, PG 155, 621.

[17] Ἀπάντησις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τὸν Πάπαν Πίον Θ΄(1848): «Παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις θέλει τὸ θρήσκευμα αὑτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὑτοῦ»  στὸ ΚΑΡΜΙΡΗ Ι. (1968), Τὰ Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος ΙΙ, σελ.920.

ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ: Ἰωάννης Λίτινας: Ὁ Ἐσταυρωμένος στό Ἱερό Βῆμα (ε) (ethnegersis.blogspot.com)«Πᾶνος»

===============================================

Ἰωάννης Λίτινας: Ὁ Ἐσταυρωμένος στό Ἱερό Βῆμα (δ)


μελέτημα περί τῆς ἐπιχειρούμενης ἀποβολῆς Του

 

Τὰ μέρη (α) ΕΔΩ (β) ΕΔΩ κα (γ) ΕΔΩ
 
Γράφει ὁ  Ἰωάννης Λίτινας
 

4. Ἡ Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ἐξαίρει τὴν θέα τοῦ Ἐσταυρωμένου.

 

Ἡ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὴ περίοδος ὅπου ὑμνεῖται καὶ μεγαλύνεται ὁ Ἐσταυρωμένος, ὁ Σταυρός, τὰ πάθη Του καὶ ὅλα ὅσα ὑπέμεινε ἑκουσίως γιὰ τὴν λύτρωση καὶ σωτηρία τοῦ κόσμου, εἶναι τὸ εὐλογημένο καὶ κατανυκτικὸ Τριώδιο.

 

Συνεχῶς, σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς περιόδου αὐτῆς ἡ ἱερὰ Ὑμνολογία τονίζει τὴν ὀδύνη τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Ἐσταυρωμένου, καθὼς παρευρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ κοιτώντας τὸν Υἱὸ της μὲ μόνο συμπαραστάτη τὸν ἠγαπημένο μαθητὴ Ἰωάννη, θέλοντας μὲ αὐτοὺς τοὺς ὕμνους νὰ τοποθετήσει καὶ ὅλο τὸν κόσμο δίπλα της, συμπαραστάτη στὸν πόνο της, ἀφοῦ γιὰ τὴν δικὴ μας λύτρωση ὑπέμεινε τὴν σταύρωση ὁ Υἱὸς της. «Ὁ μέν κόσμος ἀγάλλεται, δεχόμενος τὴν λύτρωσιν, τὰ δέ σπλάγχνα μου φλέγονται, ὁρώσης σου τὴν σταύρωσιν, ἤν ὑπέρ πάντων ὑπομένεις, ὁ Υἱός καὶ Θεός μου» (Σταυροθεοτοκίον).

 

Ἐλάχιστα ἀπό τὰ ἐν λόγῳ τροπάρια παραθέτουμε κατωτέρω:

 

 «Παρθένος ἡ ἄσπιλος ποτέ, ἐπί ξύλου βλέπουσα, ὃν ἐξ ἀσπόρου γάρ ἔτεκε, γαστρός μή φέρουσα, τὴν τῶν σπλάγχνων τρῶσιν, τρυχομένη ἔλεγεν, ὁ νεύματι κρατῶν κτίσιν ἅπασαν, πῶς ὡς κατάκριτος, ἐν Σταυρῶ ἐναπηώρησαι; πάντως θέλων, σῶσαι τὸ ἀνθρώπινον» (Σταυροθεοτοκίον Τρίτη Τυρινῆς ἑσπέρας).

 

«Τὸν ἐπονείδιστον, οἰκτῖρμον θάνατον, διὰ  σταυρώσεως, ἑκὼν ὑπέμεινας, ὃν ἡ τεκοῦσα σὲ Χριστέ, ὁρῶσα ἐτιτρώσκετο, σπλάγχνα κοπτομένη γάρ, μητρικῶς ἐπωδύρετο, ἧς ταῖς παρακλήσεσι, διὰ σπλάγχνα ἐλέους σου, οἰκτείρησον καὶ σῶσον τὸν κόσμον, ὁ αἴρων τὴν τούτου ἁμαρτίαν» (Σταυροθεοτοκίον Ὄρθρου Γ΄ Ἐβδομάδος).

 

 «Ἀνάρτησιν βλέπουσα, τὴν ἐν Σταυρῷ σου Φιλάνθρωπε, ὠλόλυζε κράζουσα, ἡ σέ κυήσασα. Πῶς κατάκριτος, ὁ μέλλων πάντα κρῖναι, ὁρᾶται κρεμάμενος, δόξης ὁ Κύριος;» (Σταυροθεοτοκίον Ὄρθρου Δ΄ Ἐβδομάδος).

 

Στεκόμεθα λοιπὸν νοερῶς κι' ἐμεῖς δίπλα στὴν Θεοτόκο ἀντικρύζοντες τὸ ἴδιο σωτήριο θέαμα: Τὸν σταυρωθέντα ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν Υἱὸ της. Καὶ εἶναι σωτήρια ἡ θέα Του διότι ὅσοι Τὸν κοιτοῦν συνεχῶς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, σταυρώνουν κι αὐτοὶ τὴν σάρκα τους σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.

«Ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρός, τοῖς ἀκλινῶς αὐτὸν προσκυνοῦσι, πάσης ἡδονῆς χαλινός ἐστί, καὶ νόμος ἐγκρατείας, οἱ γάρ ἀπαύστως ἀφορῶντες, εἰς τὸν ἐν αὑτῷ παγέντα, σταυροῦσι τὴν σάρκα, σὺν τοῖς παθήμασι, καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Ἀπόστιχα Πέμπτη Τυρινῆς ἑσπέρας).

 

Συνεπῶς, μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπευθυνόμενη στὸν Χριστὸ ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι βλέποντάς Τον ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ζωογονεῖται:

«Τὸ κατάρας ὄργανον, εὐλογίας δέδεικται σφραγίς, ὁ σός ζωοποιός, Κύριε Σταυρός, ἐν ὧ καθορῶντες σε, ζωούμεθα θνήξαντες τὸ πρίν, καὶ ἀνυμνοῦντες σε, ὡς Δεσπότην μεγαλύνομεν» (Παρασκευὴ Β΄ Ἐβδομάδος, Ὠδή θ΄).

 

Καὶ μὲ τὸ βίωμα αὐτὸ στὶς καρδιὲς ἀναφωνεῖ κατὰ τὴν Μεγάλη Παρασκευή: «Μεγαλύνω τὰ Πάθη σου, ὑμνολογῶ καὶ τὴν Ταφὴν σου, σὺν τῇ Ἀναστάσει, κραυγάζων∙ Κύριε δόξα σοι». (Δοξαστικὸ ἀποστίχων ἑσπερινοῦ).

 

 Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἐν Εὐβοία ἑνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου κατὰ τὴν ἀκολουθία τῶν Παθῶν.

 

5. Σταύρωση καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἄρρηκτα ἑνωμένες καὶ ὅλη ἡ θεία Οἰκονομία περιγράφεται στὴν Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Βασιλεία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστημένου Χριστοῦ.

 

Μία ἄλλη θεώρηση ποὺ ὑποστηρίζει τὴν ἀφαίρεση τοῦ Ἐσταυρωμένου εἶναι ὅτι στὴν Θεία Εὐχαριστία (μετὰ τὴν εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς), ἀλλὰ καὶ γενικώτερα στὰ ἱερουργούμενα μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα νοεῖται καὶ θεᾶται ἐσχατολογικά ἡ Βασιλεία τοῦ ἀναστημένου μόνο καὶ ὄχι ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, χωρίζοντας ἔτσι τὴν στενὴ συνάφεια τῶν δύο γεγονότων τῆς θείας Οἰκονομίας, προβάλλοντας ἀποκλειστικὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ ἐξαφανίζοντας τὴν ἐνθύμηση τῆς Σταυρώσεως.

 

Ὡστόσο, στὰ μυστήρια ἐπαναλαμβάνεται, ὅπως διδάσκουν οἱ ἅγιοι, συμβολικῶς καὶ πραγματικῶς μαζί,  ὃλη  ἡ πορεία τῆς ἐνανθρωπήσεως, τῆς γεννήσεως, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι τὰ μυστήρια ἐνοικίζουν ἐμᾶς στὸν Χριστό, καὶ τὸν Χριστὸ σ’ ἐμᾶς. «Τῷ Χριστῶ μὲν ἡμᾶς, ἡμῖν δὲν τὸν Χριστὸν ἐνοικίζει» κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα. Ὁ ἴδιος ἅγιος, μὲ γνώμονα τὴν θεία οἰκονομία, χωρίζει τὴν ἱερουργία σὲ τρεῖς φάσεις, μὲ κεντρικὴ τὴν θυσία τοῦ Σταυροῦ. Ἡ τελούμενη θυσία καταγγέλει συνάμα καὶ τὸν θάνατον καὶ τὴν Ἀνάσταση. Σταύρωση καὶ Ἀνάσταση στοὺς Πατέρες διδάσκονται ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη καὶ πάντοτε σὲ ἀλληλεξάρτηση. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἔχει μόνο Σταύρωση -ὅπως οἱ παπικοὶ καὶ οἱ προτεστάντες ποὺ ἐξαίρουν τὴν Σταύρωση καὶ ὑποβαθμίζουν τὴν Ἀνάσταση- ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει μόνο  Ἀνάσταση, ὡς ἄλλος «μονοφυσιτισμός». Ἔχουμε καὶ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση μαζί. Ἡ πίστη μας εἶναι σταυροαναστάσιμη.

 

Ἀπὸ τὴν πλούσια ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ὅπου συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως τονίζεται τὸ σταυροαναστάσιμο πνεῦμα καὶ χαρίζεται τὸ μοναδικὸ συναίσθημα τῆς «χαρμολύπης», ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ συντομότατο πρῶτο ἀναστάσιμο τροπάριο τῶν αἴνων τοῦ α΄ ἤχου: «Ὑμνοῦμεν σου Χριστὲ τὸ σωτήριον Πάθος, καὶ δοξάζομέν σου τὴν Ἀνάστασιν».  Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ ἔμπρακτη πιστοποίηση τῆς κατάργησης τοῦ θανάτου ποὺ πραγματοποιήθηκε ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ ἡ ἔμπρακτη πιστοποίηση τῆς κατάλυσης τοῦ κράτους τῆς φθορᾶς ποὺ συνετελέσθη μὲ τὴν κατάβαση τοῦ Κυρίου στὸν Ἄδη. 

 

Ἑρμηνεύοντας τὴν Θεία Λειτουργία ὁ ἱερὸς Καβάσιλας λέγει: «Πραγματικά, ἐφ᾽ ὅσον ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ περιγράφεται κατὰ τὴν ἱερὰ τελετὴ τῆς εὐχαριστίας στὸν ἄρτο σὰν σὲ πίνακα (διότι τὸν θεωροῦμε σὰν σὲ  σύμβολο βρέφος νὰ εἶναι καὶ σὲ θάνατο νὰ ὁδηγῆται, νὰ σταυρώνεται καὶ νὰ κεντᾶται στὴν πλευρά), ἔπρεπε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄρτος νὰ μεταβληθῆ σ’ ἐκεῖνο τὸ πανάγιο σῶμα, ποὺ πραγματικὰ ὑπέμεινε αὐτὰ καὶ ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ νὰ σημανθῆ τὸ ἀπώτατο τέλος αὐτῶν, γιὰ νὰ συμπληρωθῆ ἐντελῶς ἡ τέλεσις τοῦ μυστηρίου μὲ τὴν προσθήκη τοῦ ἀποτελέσματος στὸ σύμπλεγμα αὐτὸ τῆς ἐνεργείας καὶ οἰκονομίας».[1]

 

«Σὲ ὅλα ὅσα ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὸν ἱερέα κατὰ τὴν πορεία ὅλης τῆς τελετῆς δηλώνεται ἡ οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος. Τὰ πρῶτα μέρη τῆς ἱερουργίας δηλώνουν τὴν πρώτη φάσι τῆς οἰκονομίας, τὰ δεύτερα δηλώνουν τὴ δευτέρα φάσι, τὰ τελευταῖα, τὴν ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνες. Καὶ σ’ ὅσους βλέπουν αὐτὰ γίνεται δυνατὸ νὰ ἔχουν ἐμπρὸς στὰ μάτια τους ὅλα ἐκεῖνα∙ ὁ μὲν ἁγιασμὸς τῶν δώρων, ἡ ἴδια ἡ θυσία, “διακηρύσσει τὸ θάνατό του” καὶ τὴν ἀνάστασι καὶ τὴν ἀνάληψι, γιατὶ μεταβάλλει τὰ τίμια αὐτὰ δῶρα στὸ ἴδιο τὸ Κυριακὁ σῶμα, ποὺ ἐδέχθηκε ὅλα ἐκεῖνα, τὸ σταυρωθέν, τὸ ἀναστὰν, τὸ ἀνελθὸν στὸν οὐρανό»[2]

Καὶ μὲ σαφήνεια ὑπογραμμίζει: «Ἡ μὲν γὰρ θυσία τὸν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλει καὶ τὴν ἀνάστασιν καὶ τὴν ἀνάληψιν».[3]

 

Ἑρμηνεύοντας καὶ ὁ Θεόδωρος Ἀνδίδων λέγει: «Ἡ ὕψωσις τοῦ τιμίου σώματος εἰκονίζει τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὕψωσιν, καὶ τὸν ἐν αὐτῷ θάνατον, καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάστασιν».[4] Καὶ ὄχι μόνο ἡ ὕψωσις τοῦ τιμίου Σώματος, ἀλλὰ καὶ ὅλα ὅσα τελοῦνται στὴν Θεία Λειτουργία εἶναι ταυτόχρονα τύπος τοῦ πάθους, τῆς ταφῆς καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ: «Tὰ ἐν τῇ θείᾳ ἱερουργία τελούμενα τύπον εἶναι τοῦ Σωτηρίου πάθους καὶ τῆς ταφῆς καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν».[5] Γι' αὐτὸ κάθε πιστὸς ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι ὅλα στὴ θεία ἱερουργία συμβολίζουν ὁλόκληρη τὴν θεία οἰκονομία:  «Πᾶς πιστὸς εἰδέναι ὀφείλει ὡς ἡ τῆς θείας ἱερουργίας ἅπασα τελετὴ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς περὶ ἡμῶν σωτηριώδους συγκαταβάσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς προείρηται, διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τελουμένων μυστηρίων συμβολικῶς δηλοῖ».[6]

 

6. Ἡ Ἁγία Τράπεζα ὡς τάφος. Ἀπόλυτα σύμφωνη ἡ παρουσία τοῦ Ἐσταυρωμένου ἐγγύς αὐτῆς.

 

Παραπλησίως τῶν προηγουμένων προβάλλεται καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ Ἁγία Τράπεζα συμβολίζει (μόνο) τὴν Ἀνάσταση.


Ἡ Ἁγία Τράπεζα γνωρίζουμε ὅτι συμβολίζει τὸ μνῆμα, τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ταυτοχρόνως δὲ καὶ αὐτὴ τὴν Ἀνάσταση. Ὁ πραγματικὸς Γολγοθᾶς ἄλλωστε, στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὰ Ἱεροσόλυμα, βρίσκεται μόλις λίγα βήματα ἀπὸ τὸ ζωοδόχο Τάφο καὶ κατέχει ἐπὶ αἰῶνες μόνιμα ἱστάμενο μεγάλο Ἐσταυρωμένο, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία ἀπὸ ὀρθόδοξους ἱερεῖς ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

 

Ἡ θυσία στὸν Γολγοθᾶ εἶναι στενῶς συνυφασμένη μὲ τὴν Ἀνάσταση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέπεια τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Σταυρὸς δὲν ἀποτελεῖ μία «δυσάρεστη ἀνάμνηση» ποὺ πρέπει νὰ ξεχαστῆ καὶ νὰ ἀπωθηθῆ, ὅπως συνηθίζει ὁ κόσμος νὰ ἀντιδρᾶ σὲ κάτι ποὺ τὸν θλίβει ἔντονα, ἀλλὰ εἶναι ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως. «Ἰδού γάρ ἦλθε διὰ τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ», ἀπαγγέλλουμε κάθε Κυριακή∙ ἡμέρα ποὺ ἑορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση.

 

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἐπισημαίνει αὐτὴν τὴν ἀναγκαιότητα ὑπόμνησης τοῦ Χριστοῦ ὡς Ἐσταυρωμένου ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ παρατηρεῖ: «Διὸ καὶ ταῖς γυναιξίν ἔλεγεν ὁ τῆς ἀναστάσεως ἄγγελος∙ “Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνόν, τὸν ἐσταυρωμένον;” καὶ ὁ ἀπόστολος∙ “Ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον”. Πολλοὶ μὲν γὰρ Χριστοί καὶ ᾽Ιησοῖ, ἀλλ᾽ εἷς ὁ ἐσταυρωμένος. Οὐκ εἶπε “λελογχευμένον”, ἀλλ᾽ “ἐσταυρωμένον”».[7]

 

Ἑρμηνεύοντας ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης τὸ τί συμβολίζει τὸ Ἱερὸ Βῆμα διδάσκει: «’Αλλ’ ἐξαιρέτως τὰ διάστυλα (σ.σ. τὸ τέμπλο) κάνουν ὥστε τὸ Ἱερό Βῆμα (σ.σ. ὅλο τὸ Ἱερὸ Βῆμα, χωρὶς νὰ ἐξαιρεῖ τὸν χῶρο πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, το ημικύκλιο της κόγχης) νὰ εἰκονίζῃ τὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τάφος μὲν νὰ εἶναι ἡ ἱερὰ Τράπεζα, ὡς μνῆμα δὲ τὸ Βῆμα, τοῦτ’ ἔστι τὰ πέριξ τοῦ Τάφου».[8]

«Ἡ ἱερά  δε τράπεζα τοῦ Θεοῦ (συμβολίζει) τὸν θρόνον, καὶ τὴν ἀνάστασιν  Χριστοῦ, καὶ τὸ σεβάσμιον μνῆμα».[9]

 

Μικρότερος σταυρὸς (σταυρός εὐλογίας) ἐπίσης μαρτυρεῖται ὅτι τοποθετεῖται καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, δηλώνοντας τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ.[10]

Σύμφωνος καὶ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων: «Ἡ ἁγία τράπεζα δηλοῖ τὸ ἅγιον μνημεῖον, ἐν ᾧ ἐτάφη∙ ἡ δὲ ἁγία πρόθεσις ὁ τοῦ Κρανίου τόπος ἐν ᾧ ἐσταυρώθη καὶ διὰ τοῦτο θῦεται ἐν αὐτῷ» καὶ ὅτι «Θυσιαστήριον λέγεται, κατὰ τὸ ἅγιον μνῆμα Χριστοῦ, ἐν ᾧ θυσίαν ἐαυτὸν προσήγαγεν τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ Χριστός».[11]

 

Ὁ δέ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, ἐπαναλαμβάνοντας ἀνάλογη ρήση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τονίζει: «Θυσιαστήριον ἐστίν ὁ σταυρός. Ἐν αὐτῷ γάρ  ἐτύθη ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἵρων τὴν ἀμαρτίαν τοῦ  κόσμου. καὶ τῇ θεοϋποστάτῳ σαρκὶ, καὶ τῷ θεορρῦτῳ αἵματι ὁλοτελῶς καθηγίασται. Μεῖζον γάρ ἐνταῦθα τὸ δῶρον τοῦ θυσιαστηρίου∙ καὶ ὑπὸ τοῦ  δῶρου τὸ θυσιαστήριον καθαγιάζεται»[12] , ἐνῶ ἀξιόλογη εἶναι καὶ ἡ παρατήρηση ὅτι : «Ἡ θεία καὶ ἱερὰ τράπεζα, καὶ εἰς τὸ ἐστρωμένον ἀνώγαιον ἐκλαμβάνεται, καὶ φάτνη κατονομάζεται, καὶ τάφος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπικέκληται».[13] 

 

Ἐπιπλέον τῶν ἀνωτέρω ἰσχυρισμῶν πρὸς ἀποβολὴν τοῦ Σταυροῦ, διδάσκεται μία ἰδιότυπη θεωρία  περὶ χωρισμοῦ τοῦ ἱεροῦ ναοῦ σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο, τὸ καλούμενο «τῆς ἱστορίας», περιλαμβάνει τὸν κυρίως ναὸ καὶ ἐκτείνεται μέχρι τὸ κέντρο τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ἐντάσσοντας σὲ αὐτὸ τὴν Πρόθεση καὶ  τὸ διακονικό. Τὸ δὲ δεύτερο, ὁ χῶρος «τῆς Βασιλείας καὶ τῶν ἐσχάτων», ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς Ἁγίας Τραπέζης μέχρι τὴν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, (τὸ ἡμικύκλιο). Μὲ βάση αὐτὴ τὴν ταξινόμηση, ἡ Σταύρωση καὶ ὁ Ἐσταυρωμένος, ὡς στοιχεῖα ἱστορικὰ ἐνταγμένα, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν στὸ χῶρο πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὸν «χῶρο τῶν ἐσχάτων», ἀλλὰ μόνο στὸν χῶρο τῆς «ἱστορίας». Ἀφήνονται, δηλαδή, πίσω μας. Ἡ σταυρικὴ θυσία ξεπερνιέται καὶ ἀτενίζουμε μόνο τὴν «Βασιλεία».

 

Πλὴν ὅμως, στὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Συμεών, ὁ ἱερὸς ναὸς χωρίζεται σὲ τρία μέρη καθότι ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικὸς καὶ ὁλόκληρο τὸ Ἱερὸ Βῆμα -καὶ ὄχι μόνο ἡ κόγχη- εἰκονίζει τὰ νοητὰ καὶ ὑπερουράνια, ἀφοῦ εἷναι ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ: «Ὁ ναὸς δὲ ὡς οἶκος Θεοῦ ὅλον τὸν κόσμον τυποῖ. Ὅτι καὶ πανταχοῦ καὶ ὑπὲρ τὸ πᾶν ὁ Θεός. Καὶ τοῦτο δηλῶν διαιρεῖται εἰς τρία ὅτι καὶ Τριὰς ὁ Θεός…Τὸ ἱερώτατον βῆμα εἰς τύπον τῶν ὑπερουρανίων ἐστὶ καὶ τῶν ὑπεράνω, ἔνθα καὶ θρόνον φασὶ τοῦ ἀΰλου Θεοῦ»[14] Ὅλο τὸ Ἱερὸ Βῆμα, λοιπὸν, εἶναι θρόνος τοῦ Θεοῦ, ἐπίσης δὲ -ὑπενθυμίζουμε- καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι θρόνος τοῦ Θεοῦ.

 

Ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διευκρινίσθη, δὲν ἀφήνεται πίσω καὶ κατὰ τὰ ἔσχατα θὰ ἀντικρύσουμε τὸν Σταυρὸ πρῶτα: «Τὸ πρῶτο σημεῖο τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Σωτῆρος θὰ εἶναι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Σταυροῦ στὸν οὐρανό, ὡς σύμβολο τῆς σωτηρίας μας, ὡς σημεῖο τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Σωτῆρος: “τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ”»[15] κατά την ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς.

 

Συνεπῶς, καθίσταται πρόδηλον καὶ ἐδῶ ὅτι ἡ ὕπαρξη καὶ θέση τοῦ Ἐσταυρωμένου πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα εἶναι κατὰ πάντα ἁρμόζουσα καὶ συμβατὴ μὲ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς Λατρείας καὶ τοὺς συμβολισμοὺς τῶν χώρων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ.   

 

 

(συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο ε΄ και τελευταίο μέρος)



[1] ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Φιλοκαλία, ΕΠΕ 22, 189.

[2] Ὅ.π. σελ. 37.

[4] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΔΙΔΩΝ, Προθεωρία Κεφαλαιώδης. Περί τῶν ἐν τῆ Θεία Λειτουργία..., PG 140, 464.

[5] Ὅ.π. σελ. 417

[6] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΔΙΔΩΝ, Προθεωρία Κεφαλαιώδης. Περί τῶν ἐν τῆ Θεία Λειτουργία...PG 140, 421

[7] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ (12) 85, ΕΠΕ 1, 454.

[8] Νεοελ. ἀπόδ. PG 155, 345.

[9] ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Κεφάλαιο ϟΗ΄, Τί τὸ ἅγιον δηλοῖ βῆμα, καὶ τί ἡ ἱερὰ τράπεζα, PG 155, 292.

[10] Ὅ.π. σελ.705.

[11] ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ πατριάρχου Ἱεροσολύμων, Λόγος περιέχων τὴν  ἐκκλησιαστικὴν ἅπασαν ἰστορία καί λεπτομερἠ ἀφήγησιν πὰντων τῶν ἑν τῇ θείᾳ Ἱερουργίᾳ τελουμένων, PG 87c, 3984.

[12] ΓΕΡΜΑΝΟΥ Β΄ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ, Εἰς τήν Ὕψωσιν τοῦ τιμίου Σταυροῦ καὶ κατὰ Βογομίλων, PG 140, 637.

[13] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΔΙΔΩΝ, Προθεωρία Κεφαλαιώδης. Περί τῶν ἐν τῆ Θεία Λειτουργία…PG 140, 421.

[14] ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Κεφάλαιο ΡΛΑ΄, Ὅτι τόν ἐν Τριάδι μόνον Θεὸν τυποῖ ὁ ναός, PG 155, 337.

[15] ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Δογματική. Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀληθείας. ΙΜΜ Βατοπαιδίου 2019, σελ. 983

«Πᾶνος»