Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ -- ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Α΄, Β΄,Γ΄

  

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

   
   
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

        ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

ΜέροςΑ΄

[[ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

    Ο άγιος Φιλόθεος, ο επονομαζόμενος Κόκκινος (περ. 1300–1379), μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες του 14ου αιώνα, καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε μοναχός του Αγίου Όρους, ένθερμος υπερασπιστής της ορθόδοξης διδασκαλίας και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ενώ διετέλεσε δύο φορές Οικουμενικός Πατριάρχης (1353–1354 και 1364–1376). Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, στο οποίο περιλαμβάνονται θεολογικές πραγματείες, βίοι αγίων και εγκωμιαστικοί λόγοι.

    Ο εκτενής εγκωμιαστικός λόγος του προς τον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, πολιούχο της γενέτειράς του, τοποθετείται χρονικά μεταξύ των ετών 1367 και 1372, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του. Με αφετηρία την προσωπικότητα, το μαρτύριο και την αγιότητα του μεγαλομάρτυρα, ο άγιος Φιλόθεος αναπτύσσει βαθυστόχαστες σκέψεις για τη χριστιανική αγάπη, την ορθόδοξη πίστη και την πνευματική τελείωση του ανθρώπου.

     Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα εκτενές ενδιάμεσο τμήμα της ομιλίας, στο οποίο ο ιερός συγγραφέας ερμηνεύει την ευαγγελική περικοπή που αναγιγνώσκεται κατά την εορτή της μνήμης του αγίου Δημητρίου (Ιω. 15,15–27 και 16,1–2). Στην περικοπή αυτή περιλαμβάνεται και το χωρίο Ιω. 15,26, στο οποίο ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός διακηρύσσει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα. Με αφετηρία τη συγκεκριμένη ευαγγελική μαρτυρία, ο άγιος Φιλόθεος αναπτύσσει εκτενή θεολογική επιχειρηματολογία, στρεφόμενος εναντίον των δογματικών πλανών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και ιδιαίτερα της προσθήκης του filioque, δηλαδή της διδασκαλίας περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού». Η πολεμική αυτή εντάσσεται στο ιστορικό πλαίσιο των προσπαθειών για την ένωση των δύο Εκκλησιών επί αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και πάπα Ουρβανού Ε΄.

   Λόγω της μεγάλης έκτασής του, το συγκεκριμένο ενδιάμεσο τμήμα παραλείπεται από την παρούσα δημοσίευση, η οποία επικεντρώνεται στα εγκωμιαστικά, πνευματικά και θεολογικά μέρη του λόγου που αναφέρονται στον άγιο Δημήτριο. Προβλέπεται, ωστόσο, η αυτοτελής μετάφραση και δημοσίευσή του στο προσεχές διάστημα, ώστε να παρουσιαστεί ολοκληρωμένα και αυτή η σημαντική πτυχή της θεολογικής σκέψης του αγίου Φιλοθέου.

   Η παρούσα εργασία αποτελεί, κατά τα διαθέσιμα στοιχεία, την πρώτη νεοελληνική μετάφραση των συγκεκριμένων τμημάτων του εγκωμιαστικού αυτού λόγου, με σκοπό να καταστεί προσιτός στον σύγχρονο αναγνώστη ο πλούτος της θεολογικής σκέψης και της εκφραστικής δύναμης του αγίου Φιλοθέου]].


……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

      1. Ο Άγιος Δημήτριος αποτελεί σήμερα για εμάς την αφορμή τόσο για τη σύναξή μας, όσο και για την εκφώνηση εγκωμιαστικής ομιλίας προς τιμήν του· ο  Άγιος Δημήτριος, το περίλαμπρο κόσμημα ανάμεσα στους μάρτυρες του Χριστού, το ακλόνητο στήριγμα, η υπερασπιστική δύναμη και ο προμαχώνας της Εκκλησίας, εκείνος που σε κάθε μέρος της γης αποτελεί για όσους φέρουν το όνομα του Χριστού μεγάλο, λαμπρό και γλυκύτατο θέμα εγκωμιαστικού λόγου, τον οποίο, όταν η Θεσσαλονίκη —η πόλη που ως τότε καυχιόταν για τη σύνδεσή της με τον Φίλιππο— ανέδειξε μέσα από τους κόλπους της, άφησε πλέον με μεγάλη προθυμία κατά μέρος αυτήν την παλαιά της καύχηση, εξαιτίας αυτού του μεγάλου Δημητρίου.

     Και αυτό, μολονότι ο Μακεδόνας Φίλιππος είχε φτάσει σε εξαιρετικά μεγάλο ύψος δόξας και είχε αποκτήσει τέτοια δύναμη με τον πλούτο του, την ικανότητα του λόγου, τους πολέμους, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τα πολυάριθμα τρόπαιά του, ώστε να κυριεύσει και να υποτάξει όχι μόνο τους γειτονικούς Θεσσαλούς αλλά και πόλεις που βρίσκονταν πολύ μακριά και έτσι να επεκτείνει τη βασιλική εξουσία και την κυριαρχία, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους Μακεδόνες ομοφύλους του, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό φιλοδοξίας και κατακτητικής δράσης, ώστε ακόμη και ο ίδιος ο γιος του, ο Αλέξανδρος, όπως διηγούνται, να ψιθυρίζει κρυφά στους φίλους του και να επικρίνει τον Φίλιππο ως άνθρωπο που η φιλοδοξία του είχε ξεπεράσει το μέτρο· γιατί ο Αλέξανδρος έλεγε πως, όταν μετά τον θάνατο του πατέρα του θα τον διαδεχόταν στη βασιλεία, ούτε στον ίδιο θα απέμενε πια πεδίο και ευκαιρία για να αποδείξει την ανδρεία του και να ικανοποιήσει τη φιλόδοξη ορμή της ψυχής του για μεγάλα κατορθώματα, αφού ο Φίλιππος θα είχε ήδη κατακτήσει σχεδόν τα πάντα.

   Αλλά αυτή η μεγάλη πατρίδα του μεγάλου Δημητρίου, όπως έλεγα, θεώρησε πλέον μηδαμινούς και τον Φίλιππο και τον γιο,  του Αλέξανδρο, ακόμη και τις τόσο πολυθρύλητες επιτυχίες και στρατιωτικές εκστρατείες των Μακεδόνων και, γενικά, ολόκληρη τη δόξα που συνδεόταν μαζί τους. «Γιατί να ρωτήσουμε τους νεκρούς για τους ζωντανούς;», λέει ο θαυμαστός Ησαΐας [βλ. Ησ. 8,19: «Οὐχὶ ἔθνος πρὸς Θεὸν αὐτοῦ ἐκζητήσουσι; τί ἐκζητοῦσι περὶ τῶν ζώντων τοὺς νεκρούς;(: Γιατί το έθνος μας να μην απευθυνθεί στον Θεό του; Απ’ Αυτόν δεν πρέπει να ζητήσει καθοδήγηση; Τι περιμένουν να μάθουν από τους νεκρούς για τους ζωντανούς;)»]. Άλλωστε, πώς θα μπορούσαν να αποτελούν στολίδι για μια πόλη ευσεβή και κόσμια εκείνοι που ήταν γεμάτοι από την αταξία και τη μέθη της ειδωλολατρίας; «Ἒλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου (:Ούτε μυρωμένο έλαιο, ευώδες και αρωματικό, αμαρτωλού ανθρώπου ας μην αλείψει ποτέ το κεφάλι μου)», λέει ο Δαβίδ, ο βασιλιάς και προφήτης [Ψαλμ. 140,5]. 

    Και η Θεσσαλονίκη, αντί όλους εκείνους τους βασιλείς και τα κατορθώματά τους να προβάλλει ως καύχημά της, προβάλλει αυτόν εδώ τον δικό της βλαστό, τον βλαστό του τόπου της, τον πνευματικό της ιδρυτή και πολιούχο και  σωτήρα και ισχυρό υπερασπιστή της, το φυσικό και γνήσιο γέννημα και θρέμμα της· εννοώ τον πραγματικά θαυμαστό και μεγάλο Δημήτριο. Αν, λοιπόν, λένε ότι αποτελεί κάτι μεγάλο και ασυνήθιστο, που πλησιάζει τα όρια του ακατόρθωτου, να κατορθώσουν τα παιδιά να ανταποδώσουν στους γονείς τους ευεργεσίες ισάξιες με εκείνες που δέχθηκαν από αυτούς, ο Δημήτριος, όμως, πρόσφερε ως ανταπόδοση στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που τον γέννησε, τόσο λαμπρές και υπερφυσικές ευεργεσίες, ώστε όχι μόνο ανταπέδωσε όσα είχε λάβει από εκείνη, αλλά και τα ξεπέρασε με τρόπο πραγματικά θαυμαστό και σε ασύγκριτα μεγαλύτερο βαθμό. 

    Αυτός ήταν που, μετά τους πρώτους κήρυκες του Ευαγγελίου και υπηρέτες του θείου λόγου, πρόσφερε πρώτος στην πόλη που του είχε χαρίσει τη φυσική ύπαρξη και ζωή κάτι πολύ ανώτερο: να υπάρχει και να ζει με τον ορθό, πνευματικά αναγεννημένο τρόπο, «διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου (:μέσω του λουτρού της αναγέννησης και της ανακαίνισης  που χαρίζει το Πνεύμα το Άγιο)» [Τίτ. 3,5 ]. Και δεν περιορίστηκε μόνο στο να θρέψει πνευματικά, με τον λόγο του Θεού, που αποκαλείται και «άρτος των αγγέλων» [Ψαλμ. 77,25 : «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ἐπισιτισμὸν ἀπέστειλεν αὐτοῖς εἰς πλησμονήν (:Κι έτσι ο ευτελής άνθρωπος έφαγε άρτο που ετοίμασαν για χάρη του άγγελοι. Και ο Θεός τούς έστειλε και τους εφοδίασε με τροφή σε τέτοια αφθονία, ώστε να χορτάσουν πλήρως)»], εκείνην που τον είχε θρέψει σωματικά, οδηγώντας την στην πνευματική ωριμότητα, αλλά και έπεσε ένδοξα μέσα σε αυτούς ακριβώς τους αγώνες, προσφέροντας την ίδια του τη ζωή για την πατρίδα του και για τη διαφύλαξη της καλής της φήμης, καθώς αντιμετώπισε γενναία τον εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας που στάθηκε απέναντί του.

     Κι όμως, ακόμη και μετά από εκείνην τη σφαγή του, που μιμήθηκε το Πάθος του Χριστού, μετά τον πραγματικά ιερό του θάνατο, ο Δημήτριος παραμένει με υπερφυσικό τρόπο παρών, παραμένει κοντά στην αγαπημένη του πατρίδα, όχι λιγότερο, αλλά ίσως και περισσότερο· και την προφυλάσσει από πολέμους και βαρβάρους, και από μάχες και δόλους, και από κάθε επιβουλή και εχθρική επιδρομή, αλλά και από πείνα και καταστροφές, από ασθένειες και ποικίλες μεγάλες συμφορές. Γιατί εκείνοι που αγωνίζονται με τις σωματικές τους δυνάμεις για την υπεράσπιση της πατρίδας και των ομοφύλων τους, αντιμετωπίζοντας τους εχθρούς στην πρώτη γραμμή, μπορούν να συνεχίζουν τους αγώνες τους μόνο όσο διαρκεί η επίγεια ζωή τους. Ο θάνατος, σύμφωνα με τη φυσική τάξη των πραγμάτων, θέτει όριο και τέλος στον ζήλο τους να αποκτήσουν τιμή και δόξα με τα κατορθώματά τους. Και, κατά κανόνα, ο τάφος κρύβει μαζί με τα οστά τους και τη μνήμη και τα έργα τους, ενώ ο χρόνος τα καταχωνιάζει, σαν να λέγαμε, στα απύθμενα βάθη της λήθης.

     Ο Δημήτριος όμως, μετά τον θάνατό του για χάρη του Χριστού, τον οποίο υπέμεινε υπερασπιζόμενος πνευματικά, όπως ήδη ανέφερα, τη ζωή και τη σωτηρία της πατρίδας του εν Χριστώ, ανέλαβε ακόμη περισσότερο τον αγώνα για την προστασία της. Και ο αγώνας αυτός δεν περιορίστηκε στον αισθητό και ορατό πόλεμο εναντίον των ανθρώπινων εχθρών, ούτε μόνο στην πάλη «πρὸς αἷμα καὶ σάρκα (:εναντίον αίματος και σάρκας ανθρώπινης», όπως διδάσκει ο σοφός Παύλος, ο στρατηγός και διδάσκαλος του πνευματικού αγώνα, αλλά στράφηκε και «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου (:εναντίον των αοράτων αρχών και των αντικειμένων εξουσιών, εναντίον των κοσμοκρατόρων του σκότους του παροντικού αιώνα αυτού)», δηλαδή εναντίον των αόρατων πνευματικών δυνάμεων του κακού [Εφ. 6,12 : «Ὃτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις (:Διότι πραγματικά δεν έχουμε να παλέψουμε με αντιπάλους ίδιους με μας, με αίμα και σάρκα σαν τη δική μας˙ αλλά η πάλη και ο πόλεμός μας είναι με τις αρχές, τις εξουσίες, με τα διαβολικά αυτά τάγματα, με τους κοσμοκράτορες που εξουσιάζουν το πλήθος των ανθρώπων που είναι βυθισμένοι στο ηθικό σκοτάδι που επικρατεί στον κόσμο αυτόν. Καλούμαστε να παλέψουμε με τα πνευματικά όντα που είναι γεμάτα πονηρία και κατοικούν ανάμεσα στη γη και στον ουρανό)»]. Πρόκειται για έναν νοητό και αόρατο πόλεμο, για μια μάχη που δεν γνωρίζει διακοπή ούτε τη νύχτα ούτε για ύπνο ούτε για τροφή ούτε για οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη ανάγκη. 

    Γι' αυτό κι εγώ αισθάνομαι ιδιαίτερα την επιθυμία να θαυμάσω αυτόν τον γενναίο και ευγενή αγωνιστή και να αντλήσω από αυτά ακριβώς τα πνευματικά του κατορθώματα την αφετηρία για τον αγώνα της σύνθεσης των λόγων και των εγκωμίων προς τιμήν του. Ή μάλλον, επιθυμώ να τα τοποθετήσω στην αρχή, στη μέση και στο τέλος, σε κάθε μέρος ολόκληρου του εγκωμίου, αφού αυτά έχουν επικρατήσει ολοκληρωτικά έναντι όλων των άλλων αγαθών και προτερημάτων του, τόσο των θείων όσο και των ανθρώπινων, και τα υπερβαίνουν με ασύγκριτα μεγάλη διαφορά. Χάρη σε αυτά άλλωστε αξιώθηκε να φτάσει στο μακάριο και υπερφυές τέλος του μαρτυρίου για χάρη του Χριστού.

   Γιατί τι αξία έχουν για μένα, προκειμένου να εγκωμιάσω τώρα τον Δημήτριο, το μέγεθος και η γεωγραφική θέση της πατρίδας του, η φυσική ομορφιά και ο πλούτος της, το ήθος και το φρόνημα των κατοίκων της, η κοινωνική τάξη και η καλή οργάνωσή της, η ομορφιά των ποταμών και της θάλασσας που την περιβρέχει απαλά, το κάλλος των βουνών και των πεδιάδων, η γονιμότητα της γης και η αφθονία αγαθών στις γύρω περιοχές, αφού ο ίδιος ο Δημήτριος, όπως ήδη ανέφερα, αναδείχθηκε πολύ περισσότερο η πραγματική δόξα και το κόσμημα όλων αυτών; Και τι αξία έχουν η λαμπρότητα της ευγενικής καταγωγής, η επιφανής κοινωνική θέση και ο τρόπος ζωής, η ακμή της νεότητας, η σωματική ομορφιά και ευρωστία, η λαμπρότητα των υψηλών αξιωμάτων και των θέσεων εξουσίας, η εύνοια και οι τιμητικές διακρίσεις από τους βασιλείς, μαζί με την αφθονία των υλικών αγαθών, μπροστά σε εκείνον που είχε ήδη νεκρωθεί πνευματικά ως προς ολόκληρο τον κόσμο και είχε αποδεσμευθεί από κάθε προσκόλληση στα εγκόσμια, ακόμη και πριν επέλθει ο οριστικός χωρισμός της ψυχής από το θνητό σώμα;

     Ωστόσο, αν κάποιος θελήσει να απομακρύνει τον λόγο του από τα γήινα και τα σωματικά γνωρίσματα και να τον στρέψει στο θαυμαστό κάλλος της ψυχής του Δημητρίου, στις αρετές και στα έργα που πηγάζουν από αυτό, θα γεμίσει κάθε ευσεβή ακοή και ψυχή με τον πλούτο αυτών των αγαθών και των επαίνων τους. Και, εξετάζοντας αναλυτικά καθένα από αυτά, θα μπορούσε να συνθέσει πλήθος λόγων και βιβλίων: άλλοτε για την ευσέβειά του προς τον Θεό, την παρρησία και τον αγνό ζήλο του για χάρη Του· άλλοτε για την επιείκεια και την πραότητα του χαρακτήρα του, τη μετριοπαθή συμπεριφορά του προς όλους, την ολόψυχη συμπόνια του για τους ανθρώπους και ιδιαίτερα για όσους υποφέρουν, τη γενναιοδωρία και την προθυμία με την οποία βοηθούσε τους αναγκεμένους, την περιφρόνηση των γήινων αγαθών, τον ζήλο του για τα θεία, την καλλιέργεια τόσο των ιερών, όσο και των θύραθεν γραμμάτων και των συναφών με αυτά γνώσεων, τον έρωτά του για τη σοφία, «την οποία αγάπησε και εξεζήτησε από τη νεότητά του» [Σοφ. Σολ. 8,2 : «Ταύτην ἐφίλησα καὶ ἐξεζήτησα ἐκ νεότητός μου καὶ ἐζήτησα νύμφην ἀγαγέσθαι ἐμαυτῷ καὶ ἐραστὴς ἐγενόμην τοῦ κάλλους αὐτῆς (:Αυτήν αγάπησα πολύ και την αναζήτησα με όλη μου τη δύναμη από τα νιάτα μου. Ερωτεύθηκα την ομορφιά της και επιθύμησα να την έχω παντοτινή σύντροφό μου)»], όπως λέει ο σοφός Σολομώντας, και την οποία, αγνός στην ψυχή και στο σώμα, επέλεξε ως αγνή νύμφη του· και, πάνω από όλα, για το μεγάλο και υπερφυές αγαθό της θείας αγάπης, «η οποία είναι σύνδεσμος της τελειότητας», όπως λέει ο ένδοξος διδάσκαλος Παύλος [Κολ. 3,14 : «Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος(:Και πάνω απ’ όλα αυτά να ντυθείτε την αγάπη, η οποία σαν κρίκος δένει μαζί όλες τις αρετές σε τέλειο σύνολο)»].

     Γι'αυτό, λοιπόν, ο Δημήτριος με ορμή και αποφασιστικότητα διέτρεξε και τον δρόμο της αποστολικής πορείας, διανύοντάς τον με εξαιρετική ταχύτητα, περισσότερο από κάθε άλλον, θα έλεγε κανείς, και αναδείχθηκε και ο ίδιος «κήρυκας και απόστολος» του Χριστού[Β΄ Τιμ. 1,11 : «Εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κῆρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν(: Για το ευαγγέλιο αυτό αναδείχτηκα από τον Θεό εγώ κήρυκας και απόστολος και διδάσκαλος των εθνικών)»] και «μάρτυρας των παθημάτων» Του[Α΄ Πέτρ. 5,1 : «Πρεσβυτέρους τοὺς ἐν ὑμῖν παρακαλῶ ὁ συμπρεσβύτερος καὶ μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, ὁ καὶ τῆς μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός(:Τους πρεσβυτέρους που είναι εγκατεστημένοι ανάμεσά σας παρακαλώ εγώ ο γνωστός σε όλους σας συμπρεσβύτερος, που είδα με τα μάτια μου τα παθήματα του Χριστού και δίνω τη μαρτυρία μου γι’ αυτά, και θα είμαι συμμέτοχος και στη δόξα Του που πρόκειται να αποκαλυφθεί στη Δευτέρα Παρουσία)»], κατά το πρότυπο εκείνου του μεγάλου Αποστόλου. 

     Έγινε, επίσης, ευαγγελιστής και θεολόγος, κηρύττοντας τη θεότητα του Χριστού και τη μεγάλη και θαυμαστή σωτηριώδη οικονομία Του για το ανθρώπινο γένος. Και μέσα σε αυτούς τους αγώνες της πίστης αξιώθηκε το μακάριο μαρτυρικό τέλος του για χάρη του Χριστού, αφού, όπως ανέφερα προηγουμένως, η αγάπη Του είχε ήδη πληγώσει την καρδιά του πριν ακόμη υποστεί την σφαγή του σώματός του, ώστε να αναφωνεί με τα λόγια της μυστικής Γραφής: «Μας αιχμαλώτισες την καρδιά, μας αιχμαλώτισες» [Άσμ. 4,9 : «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἀδελφή μου νύμφη· ἐκαρδίωσας ἡμᾶς ἑνὶ ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου, ἐν μιᾷ ἐνθέματι τραχήλων σου(:Αιχμαλώτισες την καρδιά μας, αδελφή μου Νύμφη· αιχμαλώτισες την καρδιά μας με ένα αγνό βλέμμα των ματιών σου, με ένα μονάχα κόσμημα του λαιμού σου (εφόσον σηκώνεις με χαρά τον ζυγό των θεϊκών εντολών και αποκτάς τέτοια εκθαμβωτική ομορφιά)»].

    Όλες αυτές οι αρετές και τα κατορθώματα του αγίου Δημητρίου, καθώς και όσα συνδέονται με αυτά ή απορρέουν από αυτά, έχουν ήδη αποτελέσει ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για πολλούς σοφούς και συγγραφείς εγκωμιαστικών λόγων, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό τους λόγο. Και θα συνεχίσουν να προσφέρουν άφθονο υλικό σε πάρα πολλούς ακόμη, όχι μόνο σε όλη τη διάρκεια του παρόντος αιώνα, αλλά και στον μέλλοντα αιώνα που θα τον διαδεχθεί, αφού η εξύμνηση του αγίου θα εκτείνεται αδιάκοπα στο μέλλον, χωρίς να γνωρίζει τέλος. Εκείνο, όμως, που εγώ προσωπικά θαύμασα περισσότερο από όλες τις αρετές και τα πνευματικά χαρίσματα του αγίου Δημητρίου, επειδή αποτελεί το κορυφαίο και εξοχότερο αγαθό του και εκείνο που περισσότερο από κάθε άλλο τον ανέδειξε γνήσιο μαθητή του Χριστού, ένθερμο ακόλουθο της διδασκαλίας Του και πιστό μιμητή του παραδείγματός Του, αυτό ακριβώς θα επιχειρήσω τώρα να παρουσιάσω και να αναπτύξω με τον λόγο μου, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου.

      2. Το να έχει, λοιπόν, κανείς ευσεβές φρόνημα απέναντι στον Θεό, να τηρεί με ακρίβεια τα θεία δόγματα και να διατηρεί γι’ αυτά ορθές και απαλλαγμένες από κάθε πλάνη πεποιθήσεις, καθώς και να καλλιεργεί καθημερινά τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και κάθε άλλη αρετή που απαιτεί η χριστιανική ζωή, είναι, λοιπόν, καθήκοντα που, κατά τη γνώμη μου, απαιτούνται με μεγάλη αυστηρότητα από όλους ανεξαιρέτως όσοι ανήκουν στην Εκκλησία και στην κοινότητα των πιστών, σε τέτοιον βαθμό, ώστε όποιος δεν ακολουθεί καθημερινά τον δρόμο της αρετής και δεν αγωνίζεται πρόθυμα για την εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων να μην μπορεί ούτε να είναι αληθινά ούτε να θεωρείται μέλος του Χριστού και της ιερής κοινότητας που συγκροτείται γύρω Του· όποιος, όμως, ζει σύμφωνα με αυτές τις αρχές δεν δικαιούται γι’ αυτό ιδιαίτερο θαυμασμό σύμφωνα με την κρίση και τον νόμο του Θεού, όπως ακριβώς δεν θεωρείται άξιος ιδιαίτερου επαίνου εκείνος που εξοφλεί στους δανειστές του ένα χρέος το οποίο είναι υποχρεωμένος να καταβάλει· διότι οι εντολές του Κυρίου μάς διδάσκουν ότι, αφού εκπληρώσουμε όλα όσα μας έχουν ανατεθεί, πρέπει να ομολογούμε πως κάναμε απλώς το καθήκον μας, ενώ εκείνοι που ακολουθούν την αντίθετη πορεία και δεν δείχνουν σεβασμό ούτε στη χριστιανική τους κλήση ούτε στο ίδιο το όνομα του χριστιανού αξίζουν πολύ περισσότερο την κατάκριση και την αποδοκιμασία.

    Το δε γεγονός ότι ο άγιος Δημήτριος, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, καλλιεργούσε βέβαια με αδιάκοπη επιμέλεια, νύχτα και μέρα, όλες τις αρετές, τόσο εκείνες που αφορούν την πνευματική θεωρία και τη γνώση του Θεού, όσο και εκείνες που εκδηλώνονται με την έμπρακτη ενάρετη ζωή, και δεν αρκούνταν σε αυτήν την προσωπική πνευματική καλλιέργεια, αλλά αρνούνταν να παραμένει σιωπηλός, να συγκρατεί τον ιεραποστολικό του ζήλο ή να περιορίζει τη σωτηρία μόνο στον εαυτό του, επιδιώκοντας, όπως ο θαυμαστός απόστολος Παύλος, και τη σωτηρία των πολλών, ακόμη και όταν οι σκληροί τύραννοι απειλούσαν από παντού, ο διωγμός μαινόταν με αβάσταχτη αγριότητα σαν πυρκαγιά και οι δήμιοι, γεμάτοι οργή και φονική μανία, επιτίθεντο σε όσους επιθυμούσαν να ζουν με ευσέβεια και υπέβαλλαν καθημερινά σε φωτιά, αποκεφαλισμούς και κάθε είδους βασανιστήρια όσους πληροφορούνταν ότι ήταν χριστιανοί. 

     Όλους αυτούς τους κινδύνους ο γενναίος μάρτυρας τούς περιφρονούσε με αξιοθαύμαστη τόλμη, θεωρώντας τους ασήμαντους μπροστά στον ένθερμο ζήλο του για τη σωτηρία των συνανθρώπων και συμπατριωτών του, και, χωρίς να επιθυμεί να αποκοπεί από τον Χριστό για χάρη των αδελφών του, όπως είχε εκφράσει ο μέγας Παύλος. Επιδίωκε, αντίθετα, μέσα από την ίδια τη δοκιμασία, την αφοσίωσή του στη σωτηρία τους και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, να ανυψωθεί περισσότερο προς τον Θεό και να Τον πλησιάσει με μεγαλύτερη πνευματική καθαρότητα, προσφέροντας με τη θέλησή του τον εαυτό του ως νέα θυσία στον Θεό μέσω του μαρτυρίου. Αυτό, ασφαλώς, είναι το ιδιαίτερο και νέο γνώρισμα της αγάπης του Χριστού, το οποίο ο Κύριος είχε θεσπίσει ως νόμο για τους αποστόλους, σαν να συνέτασσε εκ των προτέρων τις ύστατες πνευματικές Του παρακαταθήκες, λέγοντας «Σας δίνω μια νέα εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα»[Ιω. 13,34: «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους (:Και σας δίνω γι’ αυτό νέα εντολή: Να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Όπως Εγώ σας αγάπησα, έτσι κι εσείς να αγαπιέστε μεταξύ σας)»] και ακόμη: «Κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του για τους φίλους του»[Ιω.15,13: «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα θῇ τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ (:Μεγαλύτερη αγάπη προς τους φίλους του κανείς δεν έχει απ’ αυτήν, δηλαδή από το να προσφέρει και να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη των φίλων του)»].

    3. Αυτά τα θεία διδάγματα και τις εντολές του Χριστού, Δημήτριε, αφού τα παρέλαβες ως πατρική παρακαταθήκη ανεκτίμητης αξίας και ως πολύτιμο πνευματικό θησαυρό, τα φύλαξες βαθιά μέσα στην ψυχή σου και, έχοντας από την παιδική σου ηλικία διαπαιδαγωγηθεί με αυτά και ασχοληθεί συστηματικά με τη μελέτη τους, αναδείχθηκες, όταν παρουσιάστηκε η κρίσιμη περίσταση, άνθρωπος πραγματικά μεγάλος, γενναίος και εξαιρετικός ως προς την αρετή, όσο ελάχιστοι άλλοι, αφού με εξαιρετική ανδρεία πρόσφερες τη ζωή σου για τους φίλους σου, όπως διδάσκουν τα θεία λόγια, και φανέρωσες ολοκάθαρα με το παράδειγμά σου ότι ήσουν αληθινός μαθητής του Χριστού, σύμφωνα με τις εντολές που Εκείνος έδωσε. Γιατί, πράγματι, λέει ο Χριστός: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις (:Από αυτό το γνώρισμα θα αναγνωρίσουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, αν έχετε μεταξύ σας αμοιβαία αγάπη)»[Ιω. 13,35]. 

                                                    […]  

    5. Αυτές τις αλήθειες τις γνώρισες και τις έκανες πράξη και εσύ, Δημήτριε, που είσαι η κορυφή των μαρτύρων και πρότυπο άξιο της ευγενούς άμιλλας των ευαγγελιστών, των κηρύκων, των σοφών και των θεολόγων. Γιατί πρέπει να επιστρέψω και πάλι σε εσένα και στον λόγο που εκφωνώ προς τιμήν σου, εξαιτίας του οποίου επιχείρησα προηγουμένως εκείνες τις εκτενείς παρεκβάσεις και τους επίπονους αγώνες λόγων. Αυτές, λοιπόν, τις αλήθειες και εσύ, ο άριστος μεταξύ των αγωνιστών και αθλητών του Χριστού, αφού τις μελέτησες με επιμέλεια και τις εφάρμοσες πρώτα στη δική σου ζωή, περισσότερο από κάθε άλλον, και αφού διέκρινες κάθε νόθα και κίβδηλη διδασκαλία από τη γνήσια πίστη, όπως διακρίνεται ένα πλαστό αποτύπωμα από το αυθεντικό χάραγμα μιας βασιλικής εικόνας, και την απέρριψες μαζί με την ασέβεια στο Κυνόσαργες, ανέλαβες τότε, κατά το παράδειγμα των αποστόλων, το έργο του κηρύγματος για τη σωτηρία των συμπολιτών και των φίλων σου. 

     Όπως οι απόστολοι, έτσι και εσύ τους ανήγγελλες το ευαγγέλιο και τους δίδασκες μόνο όσα είχες μάθει μαζί με εκείνους από τον Χριστό, τον μοναδικό οδηγό και Διδάσκαλο. Αυτά που είχες ακούσει μυστικά, μέσα στο σκοτάδι, σαν να σου είχαν ειπωθεί στο αυτί, τα κήρυττες φανερά, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού, διακηρύσσοντάς τα από τις στέγες των σπιτιών[Ματθ. 10,27 : «Ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί, καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων (:Εκείνο που σας λέω τώρα ιδιαιτέρως, πέστε το δημόσια. Κι εκείνο που ακούτε τώρα μυστικά στο αυτί, κηρύξτε το από τις ταράτσες, για να το ακούσουν όλοι)»]. Παράλληλα, βάπτιζες στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ακολουθώντας τις θεϊκές εντολές και τη βούληση του Χριστού, νύχτα και ημέρα[Ματθ. 28,19 : «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (:Πηγαίνετε, λοιπόν, και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)»].

    Εξαιτίας, λοιπόν, του κηρύγματος και της ομολογίας της πίστης σου, αποκλείστηκες από τη συναγωγή, όπως είχε προαναγγείλει ο Χριστός για όσους θα τον ακολουθούσαν [Ιω. 16,2 : «Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ (:Θα σας αφορίσουν οι Ιουδαίοι και θα σας αποκλείσουν από τις συναγωγές τους ως αιρετικούς. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται ώρα κατά την οποία κάθε διώκτης σας που θα σας σκοτώνει, θα νομίζει ότι όχι μόνο δεν κάνει έγκλημα, αλλά ότι με τον φόνο αυτόν προσφέρει λατρεία στον Θεό)»]. Και όχι μόνο αυτό, αλλά καταδικάστηκες σε δεσμά και στον σκοτεινό χώρο της φυλακής, εσύ που ήσουν υιός του φωτός, από ανθρώπους που καταδίωκαν το αληθινό φως της χριστιανικής πίστης. 

     Παρ’ όλα αυτά, ούτε κλονίστηκε η πίστη σου ούτε επέτρεψες στον εαυτό σου να φανεί ανάξιος της προσωπικής του αξίας και της καταγωγής του. Αντίθετα, ακόμη και φυλακισμένος, συνέχισες να αντιστέκεσαι γενναία στους διώκτες σου. Επικαλούμενος την Αγία Τριάδα και ενισχύοντας τον ενάρετο Νέστορα με τις προσευχές και τις προρρήσεις σου [[Ο άγιος Φιλόθεος εννοεί, κατά πάσα πιθανότητα, τις προφητικές διαβεβαιώσεις του αγίου Δημητρίου προς τον Νέστορα ότι θα νικήσει τον Λυαίο, αλλά και ότι θα ακολουθήσει το μαρτύριό του: Η χαρακτηριστική προφητική διατύπωση που παραδίδεται στον βίο του αγίου είναι: «Καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις»]] , συνετέλεσες ώστε να νικηθεί και να θανατωθεί δίκαια ο Λυαίος, ο αλλόφυλος και άδικος φονιάς, όπως ο Δαβίδ είχε άλλοτε νικήσει τον Γολιάθ, με τρεις λίθους και τη σφενδόνη του  [βλ. Α΄ Βασ. 17,49–50 : «Καὶ ἐξέτεινε Δαυὶδ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸ κάδιον καὶ ἔλαβεν ἐκεῖθεν λίθον ἕνα καὶ ἐσφενδόνισε καὶ ἐπάταξε τὸν ἀλλόφυλον ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτοῦ, καὶ διέθυ ὁ λίθος διά τῆς περικεφαλαίας εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ, καὶ ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ ἐκραταίωσε Δαυὶδ ὑπὲρ τὸν ἀλλόφυλον ἐν τῇ σφενδόνῃ καὶ ἐν τῷ λίθῳ, καὶ ἐπάταξε τὸν ἀλλόφυλον καὶ ἐθανάτωσεν αὐτόν· καὶ ρομφαία οὐκ ἦν ἐν χειρὶ Δαυίδ»], έτσι κι εσύ, συμπράττοντας με τον Νέστορα, δεν περιορίζεσαι στη νίκη εναντίον του ορατού εχθρού, του Λυαίου, αλλά ανατρέπεις και καταβάλλεις με εξαιρετικά λαμπρό τρόπο και τον αόρατο Γολιάθ ή Λυαίο, δηλαδή τον διάβολο, τον πανάρχαιο εχθρό και ολετήρα του ανθρώπινου σου γένους, που από φθόνο επιδιώκει, ενεργώντας αθέατα, τον αφανισμό των ανθρωπίνων ψυχών.

    Ο υπερόπτης και αλαζόνας εκείνος αυτοκράτορας[[Ο άγιος Φιλόθεος (Κόκκινος) αναφέρεται στο σημείο αυτό στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μαξιμιανό Γαλέριο , ο οποίος συνδέεται με το μαρτύριο του αγίου Δημητρίου και του αγίου Νέστορα στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 4ου αιώνα (περί το 306 μ.Χ.).Στην αγιολογική παράδοση συχνά αναφέρεται απλώς ως Μαξιμιανός]], που συμμερίστηκε, βέβαια, την ήττα τους, βλέποντας να καταρρέουν απροσδόκητα οι προσδοκίες του, εξευτελίστηκε μπροστά στους παρευρισκομένους και περιήλθε σε πλήρη αμηχανία. Μη γνωρίζοντας πώς να αντιμετωπίσει την ήττα και τον δημόσιο εξευτελισμό του,  πρώτα τον Νέστορα θανατώνει, τον αξιοθαύμαστο εκείνον ήρωα, τον άριστο εξολοθρευτή των κακούργων, εκπληρώνοντας, όπως είναι ολοφάνερο, έτσι τις  δικές σου προρρήσεις. Στη συνέχεια καταδικάζει σε θάνατο και εσένα, επειδή αντιλήφθηκε ότι εσύ ήσουν ο πραγματικός εμπνευστής και συντελεστής εκείνης της υπερφυσικής και θαυμαστής νίκης, όπως πράγματι συνέβαινε.

      Οι στρατιώτες, λοιπόν, που υπηρετούσαν τον Καίσαρα, ο οποίος παρουσιάζεται ως κοσμοκράτορας εκείνων που παρασύρονται στην πνευματική πτώση, σύμφωνα με την έκφραση κάποιου σοφού, επιδιώκοντας να ανταποδώσουν στον Μαξιμιανό τις χάρες που του όφειλαν με έναν παράνομο τρόπο —μακάρι να μην προχωρούσαν σε τέτοια πράξη!— και, ακόμη περισσότερο, θεωρώντας ότι η θανάτωση του μάρτυρα αποτελούσε προσφορά λατρείας στον θεό τους, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει ο Χριστός [Ιω. 16,2 : «Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ (:Θα σας αφορίσουν και θα σας αποκλείσουν από τις συναγωγές τους ως αιρετικούς. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται ώρα κατά την οποία κάθε διώκτης σας που θα σας σκοτώνει, θα νομίζει ότι όχι μόνο δεν κάνει έγκλημα, αλλά ότι με το φόνο αυτό προσφέρει λατρεία στον Θεό)»], επιτίθενται με τις λόγχες τους εναντίον του Δημητρίου, σαν να βρίσκονταν αντιμέτωποι με έναν φοβερό πόλεμο ή με αιφνιδιαστική εχθρική επιδρομή. Όλοι τους, κυριευμένοι από οργή, συναγωνίζονται με μανία ποιος θα επιτεθεί πρώτος, προσπαθώντας να υπερβούν ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί όλους τους υπόλοιπους στον ζήλο για την εκτέλεση της πράξης.

    Ο Δημήτριος, αντιλαμβανόμενος ότι οι στρατιώτες πλησίαζαν για να τον θανατώσουν και κατανοώντας τον σκοπό της οργανωμένης επίθεσής τους, ενθάρρυνε τον εαυτό του με τα ακόλουθα λόγια: «Έφτασε η ώρα, Δημήτριε, να φανερώσεις έμπρακτα την προσήλωσή σου στις εντολές του Σωτήρα και να επιβεβαιώσεις με τη στάση σου τα θεία Του λόγια. Μη φοβηθείς εκείνους που έχουν εξουσία να αφαιρέσουν τη σωματική ζωή, αλλά αδυνατούν να θανατώσουν την ψυχή [Ματθ. 10,28 : «Καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ (:Κι επειδή εκείνοι που θα κηρύττουν το ευαγγέλιο θα καταδιώκονται από τους απίστους, μη φοβηθείτε εκείνους που θανατώνουν το σώμα, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Φοβηθείτε, όμως, ασυγκρίτως περισσότερο τον Θεό, ο Οποίος έχει τη δύναμη να ρίξει στην κόλαση και στην αιώνια δυστυχία του Άδη και την ψυχή και το σώμα)»]. Δείξε γενναιότητα και συμμερίσου το Πάθος και τον θάνατο του Κυρίου σου, ο Οποίος σταυρώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία σου, ώστε να συμμετάσχεις μαζί Του και στην αιώνια ζωή [Ρωμ. 6,8 : «Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ(:Δεν είμαστε, όμως, και ολοκληρωτικά νεκροί. Εάν πεθάναμε μέσω του βαπτίσματος μαζί με τον Χριστό ως προς την αμαρτία, ζώντας ήδη μαζί με Αυτόν τη ζωή της χάριτος, έχουμε πεποίθηση ότι θα ζήσουμε μαζί Του και την ευτυχισμένη ζωή της αιωνιότητος)»] και δόξα Του [Ρωμ. 8,17 : «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν (:Αφού, λοιπόν, είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως πατέρα μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»], όπως διακηρύσσει ο μακάριος Παύλος».

      Αφού συλλογίστηκε και είπε αυτά τα λόγια, πλημμύρισε από πνευματική αγαλλίαση και ένιωσε σαν να είχε υπερβεί τον εαυτό του και τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης. Η θεία έμπνευση, η αγάπη του προς τον Θεό και οι ελπίδες που πηγάζουν από τον Θεό και υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης για την αιώνια ζωή, τον ενίσχυσαν τόσο, ώστε ύψωσε γενναία το δεξί του χέρι, μιμούμενος τον σταυρωμένο Χριστό, και δέχθηκε εκείνα τα αναρίθμητα φονικά πλήγματα από το σμήνος των στρατιωτών ή, μάλλον, από τη σφηκοφωλιά, για να το πω πιο εύστοχα. 

   Και εκείνοι, αφού ολοκλήρωσαν το τόσο αποτρόπαιο και καταγέλαστο κατόρθωμά τους —ή, μάλλον, μια πράξη που προκαλεί θλίψη και δάκρυα σε κάθε άνθρωπο που διαθέτει λογική και σύνεση— και αφού το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος είχε κακοποιήσει βάναυσα το σώμα σου, που ήταν ήδη περισσότερο νεκρό παρά ζωντανό, ενώ εσύ εξακολουθείς να ζεις την αληθινή ζωή εν Χριστώ, αποχωρούσαν χωρίς να έχει καταλαγιάσει η οργή τους, εξακολουθώντας να αποπνέουν μίσος και δίψα για φόνους και σφαγές. Έδειχναν μάλιστα δυσαρεστημένοι, σαν να τους προκαλούσε αγανάκτηση το γεγονός ότι δεν είχε απομείνει αρκετή ζωή στο σώμα σου ώστε να μπορέσουν να ικανοποιήσουν όλοι εξίσου τη φονική τους μανία, αφού αυτό είχε ήδη αφήσει την ψυχή να αποχωριστεί τους δεσμούς της, προτού προλάβουν οι περισσότεροι να το πλήξουν.

     Εσύ, όμως, παραδίδεις, σύμφωνα με τη φυσική τάξη, στη γη, από την οποία προέρχεται, το χώμα και τη λιγοστή γήινη ύλη του σώματός σου· ή, μάλλον, για να πω την αλήθεια, ούτε αυτό. Γιατί ήδη από την επίγεια ζωή σου, με την απαλλαγή από τα πάθη και την πνευματική καθαρότητα, είχες ενώσει το σώμα σου με την ψυχή μέσω του Αγίου Πνεύματος, καθιστώντας ολόκληρη την ύπαρξή σου ναό ικανό να δεχθεί τον Θεό. Και αφού, με τη συμμετοχή σου στο Πάθος του Χριστού και με το αίμα που χύθηκε για χάρη Εκείνου, είχες τελικά αποκτήσει ολόκληρος την ομοιότητα με ολόκληρο τον Χριστό και είχες ενωθεί βαθιά μαζί Του, έχοντας γίνει ολόκληρος υιός του Θεού και θεός κατά χάρη μέσα στο Άγιο Πνεύμα, ακόμη και μετά τον φυσικό χωρισμό της ψυχής από το σώμα και τη λύση των δεσμών τους, μας αφήνεις το σώμα σου υπερφυώς γεμάτο από το θείο Πνεύμα. Μας το αφήνεις ως αθάνατη κληρονομιά, ως θησαυρό ανεκτίμητο, ως πλούτο που ποτέ δεν εξαντλείται. Και με τα ποικίλα θαύματα και σημεία, με τη δύναμη των θαυματουργικών ενεργειών και ιδιαίτερα με αυτές τις καινοφανείς και υπεράνω κάθε ανθρώπινης εξήγησης πηγές μύρου, διακηρύσσεις καθημερινά σε όλους, σαν να μιλούσες με αναρίθμητες γλώσσες και στόματα, τη θεία χάρη που κατοικεί μέσα σου και την εξαίσια ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

    Και ενώ βρίσκεσαι πλέον εκεί, στον ουρανό, κατά το πνεύμα και λάμπεις ξεχωριστά μέσα στον χορό των μαρτύρων, μαζί με τον  απόστολο Πέτρο, τον απόστολο Παύλο και τη συνοδεία των αγίων που συνδέονται μαζί τους, και ενώ στέκεσαι μαζί με τους αγγέλους, σαν άλλος ήλιος, ενώπιον του τρισηλίου Θεού και Δεσπότη, του Θεού που υμνείται ως τρισήλιο φως, όπως μαρτυρούν οι θείοι λόγοι, δεν μας προσφέρεις μόνο τις θαυμαστές ευεργεσίες σου εδώ στην επίγεια ζωή· μας απαλλάσσεις διαρκώς από κάθε είδους ασθένειες και ανίατα πάθη, από βαρβάρους, πολέμους, φόνους και κάθε ολέθρια έξη και φθορά. Αλλά, πέρα από  όλα αυτά, προσφέρεις και πάλι τον ίδιο σου τον εαυτό, όπως ακριβώς και προηγουμένως, για χάρη μας και για την προστασία και τη σωτηρία των ανθρώπων που θα ζήσουν μετά από εμάς, και συγκρατείς τη δίκαιη οργή που έρχεται από ψηλά ως θεία κρίση και την πανωλεθρία που ορμά με σφοδρότητα εναντίον μας. 

       Και απευθύνεσαι στον Θεό μέσω των αγγέλων που εμφανίστηκαν, λέγοντας με διάθεση αυτοπροσφοράς: «Αν συγχωρήσεις την αμαρτία, συγχώρησέ την· διαφορετικά, ας συμπεριληφθώ κι εγώ μαζί με αυτούς. Γιατί, αν αυτοί αφανιστούν ολοκληρωτικά, αν δηλαδή χαθούν οι άνθρωποι για τους οποίους μεσιτεύω, δεν θα μπορούσα ποτέ να θελήσω να αποφύγω εγώ την φθορά, τη θεία οργή και τον κίνδυνο που μας απειλεί όλους, εγκαταλείποντάς τους στην τύχη τους και επιδιώκοντας να σωθώ μόνος μου. Γιατί, αν αυτοί αφανιστούν ολοκληρωτικά, εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να θελήσω να γλιτώσω από την καταστροφή, τη θεία οργή και τον κίνδυνο που μας απειλεί όλους. Κάτι τέτοιο δεν είχε καταστεί δυνατό ούτε στον μέγα Αβραάμ, όταν παλαιότερα στάθηκε ενώπιον του Θεού και Τον ικέτευσε επί μακρόν για τα Σόδομα [Γέν. 18,23-33. –[[Επεξηγηματική σημείωση για τη μεσιτεία του Αβραάμ: Ο Θεός υποσχέθηκε στον Αβραάμ ότι δεν θα κατέστρεφε τα Σόδομα, εφόσον βρίσκονταν εκεί έστω δέκα δίκαιοι (Γέν. 18,32). Ωστόσο, η πόλη τελικά καταστράφηκε, γεγονός που δείχνει ότι δεν εκπληρώθηκε η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Επομένως, η ικεσία του Αβραάμ δεν απορρίφθηκε, αλλά δεν οδήγησε τελικά στη διάσωση της πόλης]]]· ούτε θα είχε επιτραπεί στον Νώε, στον Δανιήλ και στον Ιώβ, αν είχαν προσευχηθεί για τους δικούς τους, σύμφωνα με όσα διακηρύσσει ο Θεός στην Αγία Γραφή [Ιεζ. 14,14 : «Καὶ ἐὰν ὦσιν οἱ τρεῖς ἄνδρες οὗτοι ἐν μέσῳ αὐτῆς, Νῶε καὶ Δανιὴλ καὶ Ἰώβ, αὐτοὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ αὐτῶν σωθήσονται, λέγει Κύριος (:Ακόμη κι αν μέσα στη χώρα αυτήν υπήρχαν οι τρεις ευσεβείς άνδρες, ο Νώε, ο Δανιήλ και ο Ιώβ, θα σώζονταν μόνο οι ίδιοι από την πείνα. Η αρετή τους δεν θα μπορούσε να σώσει τη χώρα από την τιμωρία της», λέει ο Κύριος)» και Ιεζ. 14,18 : «Καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες οὗτοι ἐν μέσῳ αὐτῆς, ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, οὐ μὴ ῥύσωνται υἱοὺς οὐδὲ θυγατέρας, ἀλλ’ ἢ αὐτοὶ μόνοι σωθήσονται (:Τότε λοιπόν, ακόμη κι αν ζούσαν μέσα στη χώρα αυτή οι τρεις αυτοί ευσεβείς άνδρες, σας ορκίζομαι στη ζωή μου», λέει ο Κύριος, «ότι δεν θα μπορούσαν να σώσουν ούτε τους γιους τους ούτε τις κόρες τους. Θα έσωζαν μόνο τον εαυτό τους)»]».

     Έτσι διατηρείς αθάνατη εκείνη την αρχική σου στάση υπεράσπισής μας, την βαθιά αγάπη σου και τον στενό δεσμό της ψυχής σου μαζί μας, που δεν έπαψαν ούτε μετά το μαρτύριό σου. Και όχι μόνο τα διατηρείς, αλλά τα ενισχύεις ακόμη περισσότερο με τις δικές σου πνευματικές αναβάσεις και με την πνευματική εγγύτητα και κοινωνία σου με τον Θεό. Επομένως, όσοι μπορούν να κατανοήσουν σωστά αυτά τα πράγματα, είναι σε θέση να αντιληφθούν πόσο σπουδαίος συμφιλιωτής και μεσίτης μας είσαι ενώπιόν Του, ιδιαίτερα για τα πρώτα και σπουδαιότερα αγαθά που αφορούν την ψυχή και την πραγματικά πρωταρχικής σημασίας σωτηρία της, που υπερέχει από κάθε πρόσκαιρη ωφέλεια. Με αυτόν τον τρόπο αντανακλάς και πάλι προς εμάς τη θεία αγάπη και φιλανθρωπία και μιμείσαι τον Χριστό με όλες τις δυνάμεις της ψυχής σου. 

    Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όπως λέει ο θαυμαστός Ησαΐας, οδηγήθηκε στον θάνατο για τις ανομίες μας[Ησ. 53,8 : «Ἐν τῇ ταπεινώσει ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον (:Με το ταπεινωτικό Του πάθος καταπατήθηκε το δίκιο Του, καταδικάστηκε άδικα· ύστερα όμως από τον άδικο θάνατό Του, ποιος θα μπορέσει να ανακαλύψει την καταγωγή του ή να μιλήσει για τους πνευματικούς απογόνους του; Διότι Του αφαιρέθηκε βίαια η ζωή από τη γη, οδηγήθηκε σε άδικο θάνατο για τις αμαρτίες του λαού μου)»], πληγώθηκε εξαιτίας των δικών μας πληγών και «κατάρα γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν»[βλ. παρακάτω Γαλ.3,13] υπέφερε για τις αμαρτίες και τις ασθένειές μας, αναλαμβάνοντας ο Ίδιος τα βάρη της ανθρώπινης αμαρτίας και οδύνης[Ησ. 53,5 : «Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ’ αὐτόν, τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν(:Αυτός, όμως, τραυματίσθηκε για τις δικές μας αμαρτίες και ταλαιπωρήθηκε για τις δικές μας ανομίες. Για τη δική μας ειρήνη και σωτηρία έπεσε πάνω Του αυτή η τιμωρία. Με την πληγή Του θεραπευθήκαμε εμείς)»]. Και, σύμφωνα με τον μακάριο Παύλο, έγινε επικατάρατος για χάρη μας, για να μας απαλλάξει από την κατάρα, δηλαδή να μας ελευθερώσει από τις συνέπειες της αμαρτίας[Γαλ. 3,13 : «Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου(:Κι από την κατάρα αυτήν του Νόμου, μάς εξαγόρασε ο Χριστός. Και ως λύτρα για την εξαγορά μας αυτήν κατέβαλε το ότι έγινε ο Ίδιος επικατάρατος για χάρη μας. Και έγινε επικατάρατος, διότι κρεμάστηκε στον σταυρό. Και είναι γραμμένο: ‘’Επικατάρατος να είναι όποιος κρεμιέται και πεθαίνει πάνω στο ξύλο’’)»]. 

     Επιπλέον, σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας, προηγήθηκε ως πρόδρομός μας και εισήλθε στον ουρανό και με την ανθρώπινη φύση Του, την οποία προσέλαβε με την ενανθρώπησή Του, για να παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και Πατέρα , όπως λέει ο ίδιος απόστολος[Εβρ. 6,20 : «Ὃπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα (:Εκεί, στον ουρανό, ως πρόδρομος μπήκε ο Ιησούς πριν από μας και για χάρη μας, για να μας ανοίξει τον δρόμο και για να μας ετοιμάσει τόπο. Και έτσι αναδείχθηκε αρχιερέας όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος, κατά την τάξη Μελχισεδέκ)» και Εβρ. 9,24 : «Οὐ γὰρ εἰς χειροποίητα ἅγια εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν (:Διότι ο Χριστός δεν μπήκε σε Άγια Αγίων που έκτισαν άνθρωποι και αποτελούν απομίμηση και εικόνα των αληθινών Αγίων˙ αλλά μπήκε στον ίδιο τον ουρανό, για να παρουσιαστεί τώρα μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και να πρεσβεύει για μας)»]. Και εξακολουθεί να μεσιτεύει προς Αυτόν ως άνθρωπος για εμάς και για τη σωτηρία μας, φανερώνοντας ότι η σωτηριώδης μέριμνά Του για το ανθρώπινο γένος παραμένει αδιάκοπη.

     Έτσι, λοιπόν, ο Χριστός, που προηγουμένως δέχθηκε το ποτήριο του θανάτου, υπομένοντας το Πάθος για τη σωτηρία των ανθρώπων, κατανίκησε με τη δική Του θεϊκή δύναμη τον τύραννο, δηλαδή τον διάβολο. Έδεσε τον ισχυρό και άρπαξε τα υπάρχοντά του, αφαιρώντας του την εξουσία που είχε αποκτήσει επάνω στους ανθρώπους[Ματθ. 12,29 : «Πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει (:Ή – αν δεν σας πείθει η απόδειξη αυτή – σας ρωτώ: Πώς μπορεί κάποιος να μπει στο σπίτι του δυνατού διαβόλου και να αρπάξει τους δαιμονισμένους, που τους κατέχει σαν άψυχα σκεύη, εάν δεν κατανικήσει και δεν δέσει πρωτύτερα τον ισχυρό; Και τότε θα διαρπάσει το σπίτι του. Η δύναμη του διαβόλου, λοιπόν, όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με Εμένα, αλλά αντίθετα κατανικήθηκε και εκμηδενίστηκε από τη δύναμή μου)»]. Και πραγματοποίησε μια υπερφυσική λεηλασία και διανομή των αποκτημάτων της αρπαγής και της πλεονεξίας, των άδικων θησαυρών και του πλούτου εκείνου, εικόνα που παραπέμπει στην απελευθέρωση όσων κρατούνταν κάτω από την τυραννική εξουσία του διαβόλου. 

    Και ο ενάρετος και θαυμαστός Δημήτριος, αφού μιμήθηκε όλα αυτά, ακολουθώντας το παράδειγμα της θυσίας και της σωτηριώδους αγάπης του Χριστού, όπως ήδη είπα, έγινε για εμάς σωτήρας και Χριστός, ως μιμητής και μέτοχος της χάρης Του. Δεν θα διστάσω μάλιστα να πω ότι ονομάστηκε ακόμη και θεός και υιός Θεού, όχι κατά φύση, αλλά κατά χάρη, μετά τον πρώτο και μοναδικό Σωτήρα και Θεό κατά φύση, δηλαδή τον Χριστό. Και ο ίδιος, όπως ανέφερα, όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, πρόσφερε τη ζωή του για χάρη της θείας αγάπης και εκείνων που αγαπούσε, επισφραγίζοντας με το μαρτύριό του την αγάπη του προς τον Θεό και τους ανθρώπους [Ιω. 15,13 : «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ(:Μεγαλύτερη αγάπη προς τους φίλους του κανείς δεν έχει απ’ αυτήν, δηλαδή από το να προσφέρει και να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη των φίλων του)»].

   Και όταν πλέον αναχώρησε προς τον Χριστό και τη θαυμαστή ουράνια κατοικία και μερίδα που του αναλογεί, μετά την ολοκλήρωση του μαρτυρίου του, δεν εγκατέλειψε τη φροντίδα του για εμάς. Παραμένει αδιάκοπα και ολοκληρωτικά στραμμένος προς τον Θεό για χάρη μας, μεσιτεύοντας για τη σωτηρία και την προστασία μας, και μας προσφέρει καθημερινά, με αφθονία και με τρόπο υπερφυσικό, και τα υπόλοιπα αγαθά που απορρέουν από τους αγώνες του, ως καρπούς της μαρτυρικής του θυσίας. Έτσι, γίνεται ποταμός χαρίτων και θάλασσα αγαθών, πηγή αμέτρητων θεϊκών δωρεών, όχι μόνο για τους δικούς του συντρόφους και συμπολίτες, τους ανθρώπους με τους οποίους συνδεόταν κατά την επίγεια ζωή του, αλλά πλέον και για όλους όσοι καλούνται από τον Χριστό σε ολόκληρη τη γη, χωρίς γεωγραφικούς ή τοπικούς περιορισμούς. Έτσι, ο άγιος Δημήτριος δεν είναι πλέον μόνο πολίτης και οικιστής, υπερασπιστής και φύλακας, σωτήρας και θεραπευτής της ένδοξης Θεσσαλονίκης και των γειτονικών περιοχών και πόλεων, αλλά και πάρα πολλών άλλων, σχεδόν όλων των πόλεων, καθώς η προστασία και η ευεργετική του παρουσία εκτείνονται πολύ πέρα από τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας του. 

    Συγκεντρώνει στο πρόσωπό του όλες αυτές τις ιδιότητες, ενώ οι πιστοί τον αναγνωρίζουν ως προστάτη και ευεργέτη τους. Και από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, για να χρησιμοποιήσω και εδώ τα λόγια του θεόπνευστου Δαβίδ, το όνομά του είναι άξιο ύμνου και επαίνου, φανερώνοντας την οικουμενική διάδοση της τιμής του[Ψαλμ. 112,3 : «Ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν αἰνετὸν τὸ ὄνομα Κυρίου(:Από εκεί που ανατέλλει ο ήλιος μέχρι εκεί που δύει, σ’ όλη τη γη, ας ανυμνείται κι ας δοξάζεται το όνομα του Κυρίου)»].

     Αυτά, λοιπόν, τα πνευματικά αγαθά και όσα άλλα είναι παρόμοια με αυτά, εσύ, άγιε Δημήτριε, που είσαι κατεξοχήν δικός μου και για όλους προστάτης, σωτήρας και κύριος, τα προσφέρεις αδιάκοπα, όπως ακριβώς έλεγα, αναβλύζοντάς τα με αφθονία μεγαλύτερη από κάθε άλλη πηγή. Και για τα αθάνατα εκείνα νερά της ουράνιας ζωής και τα αιώνια αγαθά, εσύ, εν Χριστώ και μαζί με τον Χριστό, είσαι κατεξοχήν ικανός να προετοιμάζεις τους πιστούς για τη μετοχή τους σε αυτά, να μεσιτεύεις γι' αυτούς και να μεριμνάς για τη διαχείριση και τη χορήγησή τους. Εσύ που, ως ισάγγελος, ζεις και στον ουρανό μαζί με τους αγγέλους και μετέχεις στην ουράνια πολιτεία τους [Λουκ. 20,36 : «Οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες(: Διότι οι άνθρωποι εκεί, στην ουράνια αιώνια κατοικία και ζωή, πλέον δεν θα είναι δυνατόν να πεθάνουν, αφού θα έχουν φύση άφθαρτη και αθάνατη, όπως οι άγγελοι, και θα είναι υιοί του Θεού. Διότι τα σώματά τους δεν θα προέρχονται από σαρκική γέννηση, αλλά θα ξαναγεννηθούν με την ανάσταση, που θα πραγματοποιήσει η άμεση επέμβαση το  Θεού και όχι η παρέμβαση σαρκικών γονέων)»], μεριμνάς για τους δικούς σου, προετοιμάζοντας γι' αυτούς την πολυύμνητη βασιλεία των ουρανών και τις αιώνιες εκείνες κατοικίες [Ιω. 14,2 : «Ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν (:Στην επουράνια οικία του Πατρός μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής, αρκετοί για να δεχθούν και σας και όλους τους πιστούς. Γι'αυτό, λοιπόν, να έχετε πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό. Εάν δεν υπήρχαν πολλοί τόποι διαμονής στον ουρανό, θα σας το έλεγα. Αλλά υπάρχουν. Κι εγώ τώρα πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Διότι , για να ανοιχθεί η είσοδος του ουρανού στους ανθρώπους, είναι απαραίτητη η θυσία μου και η μεσιτεία μου. Και γι’ αυτό πρέπει να πιστεύετε και σε Εμένα)»], μαζί με κάθε αγαθό· η φροντίδα σου, όμως, δεν περιορίζεται στην ουράνια ζωή, αλλά στρέφεται και προς εμάς που βρισκόμαστε ακόμη εδώ. 

     Με όλα αυτά, πέρα από όσα έχουν ήδη ειπωθεί, μας διδάσκεις το υπέροχο και υπερφυές μεγαλείο της υψηλής αγάπης και μας φανερώνεις ότι αυτή ακριβώς, και τίποτε άλλο, αποτελεί τη γνήσια μίμηση του θεϊκού προτύπου και την ακριβή επιστροφή του ανθρώπου στην αρχική εικόνα και στο καθ’ ομοίωσιν του Θεού[Γέν.1,26-27: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν […]Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς»] · ότι αυτή είναι η απαλλαγή της ψυχής από τα πάθη, η εσωτερική ειρήνη, η κατοίκηση του Θεού μέσα στον άνθρωπο και η θέωση [βλ. Ιω. 14,23 : «Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν(:Του αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς: ‘’Η εμφάνιση για την οποία σας μιλάω θα είναι εσωτερική και πνευματική, μέσα στην ψυχή κάθε πιστού που θα είναι αφοσιωμένος σε Εμένα. Όποιος δηλαδή με αγαπά, θα φυλάξει τον λόγο μου, και ο Πατήρ θα τον αγαπήσει, και θα έλθουμε σε Αυτόν Εγώ και ο Πατέρας μου και θα κατοικήσουμε μόνιμα μέσα του μεταβάλλοντας την καρδιά του σε έμψυχο και ζωντανό ναό μας’’)»]· και ότι αυτή αποτελεί τις ύψιστες και υπερφυσικές απαρχές και τα θαυμαστά προοίμια της μελλοντικής μετοχής του ανθρώπου στη Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας μέτοχοι είθε όλοι μας να αξιωθούμε να γίνουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

           

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

      ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

        ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

Μέρος β΄: Η ΑΓΑΠΗ, ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ 

ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ [Ιω. 15,15-27]

  [[ ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Στο παρόν μέρος της ομιλίας του προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος ερμηνεύει την ευαγγελική περικοπή της εορτής του μεγαλομάρτυρα, αναδεικνύοντας τις πνευματικές αλήθειες που φωτίζουν τη ζωή και το μαρτύριό του. Εστιάζει στην εντολή της αγάπης, στο μίσος του κόσμου απέναντι στους πιστούς και στους διωγμούς που υφίστανται για χάρη του Χριστού. Μέσα από την ερμηνεία των λόγων του Κυρίου προβάλλεται το μαρτύριο ως ύψιστη έκφραση αγάπης και αφοσίωσης στον Θεό, την οποία ενσάρκωσε με τους αγώνες και τη θυσία του ο άγιος Δημήτριος. Διευκρινίζεται ότι η κατάτμηση της ομιλίας είναι συμβατική και γίνεται αποκλειστικά για πρακτικούς λόγους, προκειμένου να διευκολυνθούν η δημοσίευση και η ανάγνωση του εκτενούς κειμένου. Η ομιλία αποτελεί ενιαίο έργο του αγίου Φιλοθέου, του οποίου η νοηματική και θεολογική συνοχή διατηρείται ακέραιη]].

        3. Αυτά τα θεία διδάγματα και τις εντολές του Χριστού, Δημήτριε, αφού τα παρέλαβες ως πατρική παρακαταθήκη ανεκτίμητης αξίας και ως πολύτιμο πνευματικό θησαυρό, τα φύλαξες βαθιά μέσα στην ψυχή σου και, έχοντας από την παιδική σου ηλικία διαπαιδαγωγηθεί με αυτά και ασχοληθεί συστηματικά με τη μελέτη τους, αναδείχθηκες, όταν παρουσιάστηκε η κρίσιμη περίσταση, άνθρωπος πραγματικά μεγάλος, γενναίος και εξαιρετικός ως προς την αρετή, όσο ελάχιστοι άλλοι, αφού με εξαιρετική ανδρεία πρόσφερες τη ζωή σου για τους φίλους σου, όπως διδάσκουν τα θεία λόγια, και φανέρωσες ολοκάθαρα με το παράδειγμά σου ότι ήσουν αληθινός μαθητής του Χριστού, σύμφωνα με τις εντολές που Εκείνος έδωσε. Γιατί, πράγματι, λέει ο Χριστός: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις (:Από αυτό το γνώρισμα θα αναγνωρίσουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, αν έχετε μεταξύ σας αμοιβαία αγάπη)»[Ιω. 13,35]. 

    Θα ήταν, λοιπόν, καλό να παρουσιάσουμε τώρα, μέσα από την ομιλία μας, τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς που περιέχονται στο Ευαγγέλιο και προέρχονται από τον ίδιο τον Κύριο, καθώς και την πνευματική κληρονομιά που Εκείνος προσφέρει στους πιστούς, και έτσι να συνθέσουμε ένα εγκώμιο περισσότερο αντάξιο του αγίου Δημητρίου, τιμώντας τον ως πιστό μαθητή του Χριστού με τα ίδια τα λόγια του  Διδασκάλου. Γιατί αυτά ακριβώς τα λόγια τον ενέπνευσαν και τον παρακίνησαν περισσότερο να αναλάβει τόσο μεγάλους αγώνες για την πίστη και, μιμούμενος το παράδειγμα του Χριστού, να αναδειχθεί λαμπρός αθλητής της πίστεως, νικητής στους πνευματικούς αγώνες και στεφανωμένος αγωνιστής, αλλά και να γίνουμε κι εμείς, όσο είναι δυνατόν, συγκληρονόμοι και συμμέτοχοι εκείνου του πατρικού πλούτου και της θαυμαστής πνευματικής κληρονομιάς. Γιατί, πράγματι, η πνευματική κληρονομιά που προέρχεται από τον Κύριο και Πατέρα, καθώς και αυτός ο άφθαρτος θησαυρός και ο υπερφυσικός πλούτος των θείων δωρεών, ανήκουν από κοινού σε όλους όσοι αξιώθηκαν, μέσω του λουτρού της πνευματικής αναγέννησης, του αγίου Βαπτίσματος, την ίδια θεία υιοθεσία και την ίδια πνευματική συγγένεια.

    «Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν (:Αυτά σας εντέλλομαι)», λέει ο Χριστός, «ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν (:να έχετε μεταξύ σας αμοιβαία αγάπη· και αν ο κόσμος που αντιστρατεύεται τον Θεό σάς αντιμετωπίζει με μίσος, να γνωρίζετε ότι πριν από εσάς Εμένα πρώτα έχει μισήσει)» [Ιω. 15,17–18]. Ο Χριστός, διδάσκοντας στους μαθητές Του την ηθική αρετή εξαρχής, και μάλιστα από την ίδια τη στιγμή που τους κάλεσε να Τον ακολουθήσουν, και καθοδηγώντας τους σταδιακά, μέσα από τις συγκεκριμένες εντολές που περιλαμβάνονται σε ολόκληρη την ευαγγελική Του διδασκαλία, προς την τελειότητα της αγάπης —« Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν (:Εγώ σας λέω)», διδάσκει, «μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον· καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ’ αὐτοῦ δύο (:να μην προβάλετε αντίσταση στον Πονηρό, που χρησιμοποιεί, ως όργανό του, εκείνον που σας βλάπτει · Αλλά όποιος σε ραπίσει στο σαγόνι σου από το δεξιό μέρος, στρέψε σε αυτόν και το άλλο μέρος, για να το ραπίσει κι αυτό. Και σε εκείνον που θέλει να κάνει δίκη μαζί σου και να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το πανωφόρι σου. Και εκείνον που θέλει να σε αγγαρεύσει για να τον συνοδεύσεις ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο μίλια)» [Ματθ. 5,39–41].

     Και πάλι: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς(:Εγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να εύχεσθε στον Θεό το καλό γι’ αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και να προσεύχεσθε για χάρη εκείνων που σας μεταχειρίζονται υβριστικά και περιφρονητικά και σας καταδιώκουν άδικα, ακόμη κι όταν ο διωγμός τους αυτός σας γίνεται για τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις)» [Ματθ. 5,44 ], καθώς και άλλες ανάλογες εντολές—, επειδή πλησίαζαν πλέον ο σταυρός και ο ζωηφόρος θάνατός Του, με τον οποίο θα χάριζε τη ζωή στον κόσμο, και επρόκειτο να διακόψει προσωρινά τη θαυμαστή προφορική διδασκαλία Του και να την επισφραγίσει έμπρακτα με τη θυσία Του, διδάσκει πλέον με έναν νέο τρόπο, σε ακόμη ανώτερο και βαθύτερο πνευματικό επίπεδο, την αγάπη προς τον Ίδιο και την αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα όλων των αγαθών και την ουσία ή τη συγκεφαλαίωση κάθε θείας αρετής, αφού «από αυτήν», σύμφωνα με τα ίδια Του τα λόγια, «εξαρτώνται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες» [Ματθ. 22,40 : «Ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται(:Σ’ αυτές τις δύο εντολές στηρίζεται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών)»], ενώ συγχρόνως εισάγει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη θεολογική διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα και, ακριβέστερα, για τον ίδιο τον Υιό και τον Πατέρα μέσω του Αγίου Πνεύματος.

   Γιατί οι άγιοι θεοφόροι διδάσκαλοι και θεολόγοι, οι οποίοι έχουν φτάσει στην πνευματική τελειότητα των Αποστόλων, διδάσκουν ότι η ενασχόληση με τη θεολογία, δηλαδή η γνώση και η διδασκαλία των αληθειών για τον Θεό, αρμόζει ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτής ακριβώς της τέλειας αγάπης. Αφού, λοιπόν, είχε προηγουμένως αναπτύξει και διδάξει πολλά και εξαιρετικά σημαντικά πράγματα σχετικά με την αγάπη —γιατί ο ίδιος λέει:  «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς, ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους(:Και σας δίνω γι’ αυτό νέα εντολή: Να αγαπάτε δηλαδή ο ένας τον άλλο. Όπως εγώ σας αγάπησα, έτσι κι εσείς να αγαπιέστε μεταξύ σας)» [Ιω. 13,34], καθώς έτσι αποδεικνύεται ολοφάνερα και η αγάπη προς Εκείνον ή, ακριβέστερα, η μία αγάπη εξαρτάται από την άλλη, αφού είναι τόσο στενά συνδεδεμένες και οργανικά ενωμένες,  ώστε να φαίνονται και οι δύο σαν μία και η ίδια· γιατί ο Χριστός λέει: «Εκείνος που με αγαπά θα τηρήσει τις εντολές μου· και αυτή είναι η δική μου εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως σας αγάπησα εγώ» [Ιω. 14,15 : «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε(:Αλλά για να εισακούονται τα αιτήματά σας από Εμένα και για να λάβετε μεγάλες δωρεές από τον Πατέρα μου, πρέπει να με αγαπάτε. Κι αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου και δείξτε έτσι ότι η αγάπη σας προς Εμένα είναι αληθινή και ειλικρινής)»]. 

    Γι’ αυτό και ο Ιωάννης, ο οποίος, μετά τον ίδιο τον Χριστό, υπήρξε αληθινός φίλος και διδάσκαλος αυτής ακριβώς της εντολής της αγάπης, λέει: «Καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ’ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ(:Και αυτήν την εντολή πήραμε από τον Θεό: Όποιος αγαπά τον Θεό, να αγαπά και τον αδελφό του Χριστιανό)» [Α΄ Ιω. 4,21]. Γιατί εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό, αλλά συγχρόνως μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης [Α΄ Ιω. 4,20 : «Ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;(: Έχουμε, λοιπόν, χρέος να τον αγαπάμε. Και τότε αγαπάμε τον Θεό, όταν δείχνουμε αγάπη προς τους αδελφούς μας, που είναι εικόνες και παιδιά του Θεού. Εάν πει κανείς ότι ‘’αγαπώ τον Θεό’’, και ταυτόχρονα μισεί τον αδελφό του Χριστιανό, αυτός δεν λέει αλήθεια, αλλά είναι ψεύτης. Διότι όποιος δεν αγαπά τον αδελφό του, τον οποίο διαρκώς βλέπει, πώς είναι δυνατόν να αγαπά τον Θεό που δεν τον έχει δει ποτέ;)»].

    «Αν όμως εσείς», λέει, «υπακούοντας στη δική μου εντολή της αγάπης, είστε ολόψυχα αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον και αγαπάτε ο ένας τον άλλον, ενώ ο κόσμος σάς αντιμετωπίζει με μίσος -και εδώ με τη λέξη «κόσμος» εννοεί τους ανθρώπους που είναι προσκολλημένοι μόνο στις κοσμικές επιδιώξεις και έχουν κοσμικό φρόνημα και έχουν καταντήσει, κατά κάποιον τρόπο, να είναι μόνο σάρκα και χώμα, εξαιτίας της προσκόλλησής τους στα υλικά και σαρκικά πράγματα- δεν πρέπει εξαιτίας αυτού να ταράζεστε ούτε να εγκαταλείπετε τη σταθερή σας στάση· γιατί γνωρίζετε», λέει, «ότι εμένα με μίσησε πριν από εσάς» [Ιω. 15,18 : «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν (:Αν σας μισεί ο κόσμος που βρίσκεται μακριά από τον Θεό, μην ξεχνάτε ποτέ ότι πριν από σας εμένα πρώτα έχει μισήσει)»], υπενθυμίζοντάς τους τις βλασφημίες που στράφηκαν εναντίον Του και τις πολλές και αλλεπάλληλες προσβολές εκείνων των Ιουδαίων που Τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη και δαιμονισμένο [Ιω. 8,48 : «Ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς ὅτι Σαμαρείτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις;(:Ύστερα, λοιπόν, από τον έλεγχο αυτόν, του αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι: ‘’Αφού τόσο περιφρονητικά εκφράζεσαι για τους Ισραηλίτες, καλά δεν λέμε εμείς ότι είσαι Σαμαρείτης κι ότι έχεις δαιμόνιο, από το οποίο εμπνέεσαι την τρελή αυτή ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου;’’)»], και απατεώνα, και υποκινητή στάσης, και εχθρό του Θεού και με άλλους παρόμοιους χαρακτηρισμούς, και με το δικό Του προσωπικό παράδειγμα ελαφρύνοντας τον πόνο τους, αναδεικνύοντάς τους ανθρώπους άξιους μεγάλου σεβασμού και τιμής και αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο την πνευματική ανταμοιβή και την ουράνια επιβράβευσή τους.

   Έπειτα, προσθέτει και έναν δεύτερο συλλογισμό, με τον οποίο αναδεικνύει με θαυμαστό τρόπο ακόμη περισσότερο την τιμή που έχουν οι μαθητές Του και αποδεικνύει ότι το μίσος εκείνων, δηλαδή των ανθρώπων του κόσμου, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο αναγκαία συνέπεια της ιδιαίτερης θέσης των μαθητών Του. «Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε (:Αν ήσασταν από τον κόσμο και είχατε και σεις τα αμαρτωλά φρονήματα του κόσμου)», λέει, «ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος (:ο κόσμος θα σας αγαπούσε ως δικούς του. Επειδή όμως δεν είστε από τον κόσμο, αλλά Εγώ σας διάλεξα μέσα από τον κόσμο και σας ξεχώρισα απ’ αυτόν, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος)» [Ιω. 15,19]. Βλέπεις ότι και εδώ, όταν χρησιμοποιεί τη λέξη «κόσμος», δεν αναφέρεται απλώς στο σύνολο των όντων που υπάρχουν στη γη, ούτε στην ανθρώπινη φύση γενικά, αλλά στους ανθρώπους που περιορίζουν τις σκέψεις τους στα γήινα και τα ευτελή πράγματα, όπως είπα, χωρίς να στρέφουν καθόλου τον νου τους σε κάτι ανώτερο και πνευματικό.

     «Αν ανήκατε στον κόσμο» [ βλ. παραπάνω, Ιω. 15,19 : «Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος»], λέει, «αν, δηλαδή, περιορίζατε τις σκέψεις σας στα γήινα πράγματα και ήσασταν υποδουλωμένοι στις σαρκικές επιθυμίες, αν είχατε τις ίδιες αντιλήψεις με τους ανθρώπους του κόσμου και ήσασταν υποταγμένοι στον πλούτο, στην ανθρώπινη δόξα, στην αρπαγή και στην πλεονεξία, αν θεωρούσατε υπέρτατο αγαθό την ικανοποίηση της κοιλιάς σας και ήσασταν παραδομένοι στις απολαύσεις της τροφής [Φιλιπ. 3,19 : «ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες(:Το τέλος των ανθρώπων αυτών θα είναι η καταστροφή, διότι θα καταλήξουν στην αιώνια κόλαση. Αυτοί λατρεύουν ως Θεό την κοιλιά τους και θεωρούν ως δόξα τους πράξεις που φέρνουν ντροπή. Αυτοί έχουν γήινα φρονήματα)»], στις γενετήσιες επιθυμίες και σε όλο αυτό το πλήθος των κακών, τότε όλοι αυτοί θα σας αγαπούσαν σαν δικούς τους ανθρώπους, αφού ο καθένας, φυσικά, προσκολλάται σε εκείνους με τους οποίους αισθάνεται συγγένεια και ομοιότητα ως προς τις διαθέσεις και τις επιθυμίες του. Επειδή, όμως, δεν ανήκετε στον κόσμο, δηλαδή σε εκείνους τους ανθρώπους που έχουν σαρκικό και γήινο φρόνημα και είναι προσκολλημένοι σε όλα όσα προανέφερα» - όπως επιβεβαιώνει και ο ίδιος λίγο παρακάτω, όταν προσεύχεται στον Πατέρα Του για τους μαθητές Του, λέγοντας: «Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί (:Δεν έχουν τα φρονήματα του κόσμου και δεν είναι από τον κόσμο, όπως Εγώ δεν είμαι από τον κόσμο)» [Ιω. 17,16]. Επειδή, λοιπόν, δεν ανήκετε στον κόσμο, αλλά Εγώ σας επέλεξα και σας ξεχώρισα μέσα από αυτόν, δηλαδή μέσα από το σύνολο των ανθρώπων που έχουν την ίδια κοινή ανθρώπινη φύση, στην οποία και εσείς, ασφαλώς, μετέχετε από τη γέννησή σας, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος. Στον κόσμο αυτόν ανήκουν, δηλαδή, οι άνθρωποι που προανέφερα, όσοι είναι υποδουλωμένοι στις σαρκικές επιθυμίες και προσκολλημένοι στα γήινα, όσοι δεν στρέφουν καθόλου τον νου τους στα ουράνια ούτε έχουν, όπως εσείς, την αληθινή τους πολιτεία στους ουρανούς» [Φιλιπ. 3,20 : «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν(:Η συμπεριφορά τους και τα φρονήματά τους είναι τελείως αντίθετα με τα δικά μας. Διότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς, απ’ όπου με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό)»].

      «Μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν  (:Μην παραξενεύεστε από το ότι θα συναντάτε ένα τέτοιο μίσος στον κόσμο. Αλλά να θυμάστε τον λόγο που σας είπα: Δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Εάν Εμένα, τον Κύριό σας, καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς που είστε δούλοι μου. Εάν εφάρμοσαν τον λόγο μου, θα εφαρμόσουν και τον δικό σας λόγο)» [Ιω. 15,20 ]. Ο Χριστός υπενθυμίζει συνεχώς στους μαθητές Του ότι Εκείνος, ως Θεός, έχει από τη φύση Του την κυριότητα και την εξουσία, ενώ εκείνοι, ως άνθρωποι και δημιουργήματά Του, είναι από τη φύση τους δούλοι Του και κατέχουν ταπεινότερη θέση απέναντί Του. Με αυτήν την υπενθύμιση τους κάνει προθυμότερους να αναλάβουν τους αγώνες και να υπομείνουν τις δοκιμασίες, δείχνοντάς τους ότι δεν είναι ούτε δυσβάστακτο ούτε κάτι ιδιαίτερα μεγάλο να υποφέρει ο δούλος όσα υπέφερε ο ίδιος ο Κύριός του. 

     Ο Ίδιος, λοιπόν, λίγο νωρίτερα, μετά το δείπνο και την νίψη των ποδιών των μαθητών Του, τους είχε πει: «Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας(:Εάν, λοιπόν, έπλυνα τα πόδια σας εγώ, που είμαι ο Κύριος και ο Διδάσκαλος, οφείλετε πολύ περισσότερο κι εσείς, εμπνευσμένοι από την ταπεινοφροσύνη και την αγάπη, να πλένετε ο ένας τα πόδια του άλλου˙ και να έχετε τη διάθεση να υποβληθείτε ακόμη και στην πιο ταπεινωτική διακονία για χάρη του συνανθρώπου σας)» [Ιω. 13,14 ].  Και συνεχίζει συμπληρώνοντας: «Ἄμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν (:Αληθινά, αληθινά σας λέω, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του, ούτε απεσταλμένος μεγαλύτερος από εκείνον που τον έστειλε. Εάν λοιπόν εγώ ταπεινώθηκα από αγάπη και υπηρέτησα εσάς που είστε δούλοι μου και απόστολοί μου, πολύ περισσότερο οφείλετε να το κάνετε και σεις στους άλλους, οι οποίοι δεν είναι δούλοι σας αλλά συνάδελφοι και σύνδουλοί σας» [Ιω. 13,16]. 

    Την ίδια αλήθεια επαναλαμβάνει και στο σημείο αυτό, λέγοντας στους μαθητές Του: «Να θυμάστε τον λόγο που σας είπα: Ο δούλος δεν είναι ανώτερος από τον κύριό του» [βλ. παραπάνω, Ιω. 15,20 : «Μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσι»]. «Ἄρκετὸν τῷ μαθητῇ(:Είναι αρκετό στον μαθητή)», λέει, «ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ, καὶ ὁ δοῦλος ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. Εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν, πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς αὐτοῦ (:να έχει την ίδια μεταχείριση που έχει και ο δάσκαλός του. Και πρέπει να μένει ικανοποιημένος ο δούλος, εάν έχει την ίδια μεταχείριση που έχει και ο κύριός του. Άλλωστε κι Εμένα, που είμαι ο διδάσκαλος και κύριός σας, δεν με καταδιώκουν; Εάν εμένα, που είμαι νοικοκύρης στον οίκο του Θεού, με απεκάλεσαν Βεελζεβούλ,  δηλαδή άρχοντα των δαιμονίων, πόσο μάλλον θα αποκαλέσουν έτσι κι εσάς, που είστε οι οικιακοί μου, οι δικοί μου άνθρωποι;)» [Ματθ. 10,25].

      Οι Ιουδαίοι εκείνοι, λοιπόν, που ήταν απειθείς και στερούνταν την κατάλληλη πνευματική καλλιέργεια, αντιδρούσαν παντού στους λόγους του Χριστού και άλλοτε έλεγαν μεταξύ τους: «Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε; (:Για να έχει τέτοια ιδέα για τον εαυτό του, πρέπει να έχει δαιμόνιο και γι’ αυτό παραλογίζεται. Γιατί τον προσέχετε και ακούτε αυτά που λέει;)» [Ιω. 10,20]. Άλλοτε πάλι έλεγαν: «Οὐχ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; Πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα;(: Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ; Δεν είναι αυτός που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα του και τη μητέρα του; Πώς λοιπόν αυτός, που τον ξέρουμε τόσο καλά, λέει «έχω κατεβεί από τον ουρανό»;)»[Ιω. 6,42]. Και ακόμη: «Πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;(: Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του και να μένει συγχρόνως άρτος ζωντανός;)» [Ιω. 6,52]. Και πώς πάλι απέρριπταν τους ισχυρισμούς του ίδιου του Χριστού, λέγοντας: «Πεντήκοντα ἔτη οὔπω ἔχεις καὶ Ἀβραὰμ ἑώρακας; (:Ούτε πενήντα χρονών δεν είσαι ακόμη, κι έχεις δει τον Αβραάμ, που έζησε πριν από δύο χιλιάδες περίπου χρόνια;)» [Ιω. 8,57]. Και: «Νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις. Ἀβραὰμ ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται, καὶ σὺ λέγεις, ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ γεύσηται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα; (:Τώρα πεισθήκαμε τελείως ότι έχεις δαιμόνιο. Ο Αβραάμ, όπως και οι προφήτες, ενώ τήρησαν τον λόγο του Θεού, πέθαναν˙ κι εσύ λες ότι εάν κανείς τηρήσει τον λόγο μου, δεν θα πεθάνει ποτέ;)»[Ιω.8,52]. 

    Και πάλι: ««Ὁ πατὴρ ἡμῶν Ἀβραάμ ἐστι. Ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα ἔχομεν τὸν Θεόν (:Ο δικός μας πατέρας είναι ο Αβραάμ και κανένας άλλος. Εμείς δεν έχουμε γεννηθεί από αθέμιτη και πορνική επιμειξία με ειδωλολάτρες, ώστε να έχει νοθευθεί η καταγωγή μας από τον Αβραάμ. Δεν ανήκουμε στην οικογένεια του σατανά, τους ειδωλολάτρες, αλλά ανήκουμε στον λαό του Θεού που κατάγεται από τον Αβραάμ. Έναν πατέρα έχουμε, τον Θεό)» [Ιω. 8,39 και Ιω. 8,41 ], και τόσα άλλα παρόμοια.

    «Δεν θα αποτελεί, λοιπόν, τίποτε το καινούριο», λέει, «ούτε θα είναι κάτι ξένο προς τη συμπεριφορά που έχουν ήδη επιδείξει και προς τις διαθέσεις τους, αν αρνηθούν να δεχθούν τον λόγο και το κήρυγμά σας για μένα. Γιατί πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που απέρριψαν εμένα προσωπικά και τη διδασκαλία μου με τόσο μεγάλη επιμονή και με όλη την οργή που έκρυβαν μέσα στην ψυχή τους, όπως γνωρίζετε και εσείς. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν όχι επειδή θα τους φταίτε σε κάτι, αλλά εξαιτίας μου, για την πίστη που έχετε και θα ομολογείτε στο πρόσωπό μου. Διότι αυτοί δεν έχουν τη σωστή και αληθινή γνώση για τον Θεό, ο Οποίος με απέστειλε στον κόσμο. Η άγνοιά τους όμως αυτή είναι αδικαιολόγητη)» [Ιω. 15,21 ]. 

    «Αγνοούν», λέει, «ότι Εγώ είμαι πραγματικά ο Υιός του Θεού και ότι ήρθα στον κόσμο σύμφωνα με την αγαθή θέληση του Πατέρα μου, με σκοπό τη σωτηρία του. Γι’ αυτό θα σας υποβάλουν σε όλα όσα σας προανέφερα, επειδή τρέφουν εχθρότητα απέναντι στο όνομά μου και ούτε πιστεύουν ούτε ανέχονται να ακούνε ότι είμαι Υιός του Θεού κατά φύση, δηλαδή αληθινός Υιός Του και όχι κατά χάρη, «επειδή δεν γνωρίζουν εκείνον που με έστειλε», τον Οποίο δεν αναγνωρίζουν ως Πατέρα που έχει εκ φύσεως Μονογενή Υιό, ίσο με Αυτόν ως προς την τιμή [βλ. Ιω. 5,23 : «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν (:Κι έδωσε ο Πατήρ όλη αυτή την εξουσία στον Υιό, για να τιμούν και να λατρεύουν όλοι τον Υιό όπως τιμούν και λατρεύουν τον Πατέρα. Εκείνος που δεν τιμά τον Υιό, δεν τιμά ούτε τον Πατέρα, που Τον απέστειλε στον κόσμο)»].

    Γιατί, ακόμη κι αν υποστηρίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό και Τον αναγνωρίζουν ως Πατέρα όλων των δημιουργημάτων Του —αφού πριν από λίγο έλεγαν ««Ἡμεῖς ἕνα πατέρα ἔχομεν τὸν Θεόν (: εμείς έναν Πατέρα έχουμε, τον Θεό)» [Ιω. 8,41]  — αυτή και μόνο η αναγνώριση δεν είναι αρκετή για την ολοκληρωμένη πίστη και την αληθινή ομολογία Του. Είναι απαραίτητο να πιστεύουν επιπλέον ότι ο Θεός δεν είναι μόνο Πατέρας των δημιουργημάτων, αλλά και Πατέρας του Μονογενούς Υιού Του. «Και ο Μονογενής αυτός Υιός είμαι Εγώ ο Ίδιος, όπως επιβεβαιώνουν τόσο τα έργα που έχω επιτελέσει όσο και ο ίδιος ο Πατέρας που με έστειλε στον κόσμο» [Ιω. 5,36 : «Ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε(:Εγώ όμως έχω να σας προβάλω μια αλάνθαστη μαρτυρία, που είναι μεγαλύτερη από τη μαρτυρία του Ιωάννη: τα έργα μου. Διότι όλη η θαυμαστή δράση μου με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που μου ανέθεσε ο Πατέρας μου να επιτελέσω με τη δύναμή του ως Μεσσίας, αυτά τα έργα που μόνο Εγώ επιτελώ, μαρτυρούν για Εμένα ότι ο Πατήρ με έχει αποστείλει στον κόσμο)» και Ιω. 5,37 : «Καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε (:Και ο Πατήρ που με απέστειλε στον κόσμο, Αυτός έχει δώσει πριν από πολύ καιρό μαρτυρία για μένα στην Αγία Γραφή. Εσείς, όμως, ούτε τη φωνή Του έχετε ακούσει ποτέ έως τώρα, ούτε τη μορφή Του έχετε δει˙ διότι ο Θεός είναι αόρατος και δεν Τον αντιλαμβάνεται κανείς με τις σωματικές του αισθήσεις. Συνεπώς και τη μαρτυρία του για μένα θα έπρεπε να την αναζητήσετε στην Αγία Γραφή)»]. 

     «Αυτόν, όμως, τον Πατέρα, μολονότι ισχυρίζονται ότι Τον γνωρίζουν, στην πραγματικότητα δεν Τον γνωρίζουν, όπως έχω ήδη επισημάνει. Γιατί όποιος δεν αποδίδει την οφειλόμενη τιμή στον Υιό δεν τιμά ούτε τον Πατέρα που Τον απέστειλε» [βλ. παραπάνω, Ιω. 5,23 : «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν»]. Γιατί, όπως δεν είναι δυνατόν κάποιος να αναγνωρίζει έναν άνθρωπο ως πατέρα και να αγαπά το πρόσωπό του, χωρίς παράλληλα να αναγνωρίζει και να αγαπά και τον υιό του, αφού η ίδια η ιδιότητα του πατέρα προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη υιού, έτσι και αντίστροφα, δεν είναι δυνατόν εκείνος που αρνείται να αναγνωρίσει και να τιμήσει κάποιον ως πατέρα να ανεχθεί ποτέ ούτε καν να αποκαλείται κάποιος άλλος υιός του. 

    «Αυτοί, λοιπόν, επειδή, όπως προηγουμένως είπα, δεν γνωρίζουν πραγματικά τον Πατέρα που με έστειλε, δεν αναγνωρίζουν ούτε την ονομασία και την ιδιότητά μου ως Υιού Του. Αντίθετα, δυσανασχετούν και αντιδρούν με έντονη αποστροφή απέναντι στον λόγο που διακηρύσσει αυτήν την αλήθεια. Γι’ αυτό και θα σας υποβάλουν σε όλα εκείνα εξαιτίας του ονόματός μου» [Ιω. 15,21 : «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν όχι επειδή θα τους φταίτε σε κάτι, αλλά εξαιτίας μου, για την πίστη που έχετε και θα ομολογείτε στο πρόσωπό μου. Διότι αυτοί δεν έχουν τη σωστή και αληθινή γνώση για τον Θεό, ο Οποίος με απέστειλε στον κόσμο. Η άγνοιά τους, όμως, αυτή είναι αδικαιολόγητη)»]· θέλω να πω ότι θα ενεργήσουν έτσι επειδή ακριβώς δεν γνωρίζουν τον Πατέρα που απέστειλε Εμένα, τον Υιό Του, όπως έχω ήδη επισημάνει πολλές φορές».

    Πρόσεξε, όμως, και με πόσους επιτακτικούς λόγους θεμελιώνει την αναγκαιότητα του γεγονότος, αποδεικνύοντας συγχρόνως ότι αυτό δεν είναι μόνο αναγκαίο, αλλά και τιμητικό, ότι αποτελεί οφειλόμενο καθήκον και ότι αποβαίνει προς όφελος εκείνων τους οποίους αφορά. Γιατί, λέγοντας «Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος(:Αν ήσασταν από τον κόσμο και είχατε και σεις τα αμαρτωλά φρονήματα του κόσμου, ο κόσμος θα σας αγαπούσε ως δικούς του. Επειδή, όμως, δεν είστε από τον κόσμο, αλλά Εγώ σας διάλεξα μέσα από τον κόσμο και σας ξεχώρισα απ’ αυτόν, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος)» [Ιω. 15,19 ], κατέδειξε ότι το μίσος των ασεβών απέναντι στους ευσεβείς αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της διαφορετικής τους σχέσης με τον κόσμο. 

     Ότι, όμως, ο διωγμός για χάρη Του περιποιεί συγχρόνως τιμή και αποβαίνει προς όφελος των μαθητών το κατέστησε σαφές λέγοντας: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν (:Εάν εμένα, τον Κύριό σας, καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς που είστε δούλοι μου)» [Ιω. 15,20]. Γιατί τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ισάξιο, από την άποψη της δόξας και της τιμής, με το να συμμετέχει κανείς στους διωγμούς, στα παθήματα και στον θάνατο του Χριστού, υπομένοντας και ο ίδιος όλα αυτά για χάρη Του; Και ποιες ανταμοιβές και ανταποδόσεις θα επιφυλάσσονται σε εκείνους που υπομένουν ολοκληρωτικά αυτές τις δοκιμασίες για χάρη του Χριστού, αν όχι, όπως είναι φανερό, η συμμετοχή και στη δόξα Του, αφού συμμετέχουν ήδη στα παθήματά Του; «Γιατί, αν συμμετέχουμε στα παθήματα του Χριστού», λέει ο απόστολος Παύλος, ο οποίος είχε υποστεί ο ίδιος σε εξαιρετικό βαθμό τέτοιους διωγμούς και δοκιμασίες, «θα συμμετάσχουμε και στη δόξα Του» [πρβ. Ρωμ. 8,17 : «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν, ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν(:Αφού, λοιπόν, είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως Πατέρα μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»].

    Και θέλοντας να καταστήσει ακόμη σαφέστερο στους ίδιους τους μαθητές Του, πέρα από όσα είχε ήδη πει, ότι η υπομονή των διωγμών και των παθημάτων αποτελεί και δική τους υποχρέωση απέναντί Του, τους λέει: «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν εξαιτίας του ονόματός μου)»[ βλ. παραπάνω, Ιω. 15,21]. Και πού θα μπορούσε κανείς να βρει κάτι που να είναι συγχρόνως τόσο αναγκαίο και ωφέλιμο, να γίνεται αιτία απόκτησης της ύψιστης και, ανώτερης από κάθε άλλη, δόξας και να συνδυάζει όλα αυτά, όσο το να υπομένει με τη θέλησή του παθήματα και να προσφέρει ακόμη και τη ζωή του για τον Χριστό, μιμούμενος, στο μέτρο των ανθρώπινων δυνατοτήτων του, τον εκούσιο θάνατο που Εκείνος υπέμεινε για χάρη μας; Και πώς θα ήταν δυνατόν κάποιος, ακόμη κι αν πρόσφερε την ίδια του τη ζωή για χάρη του Χριστού, να θεωρήσει ότι εξόφλησε το χρέος της ευγνωμοσύνης του προς Εκείνον και ανταπέδωσε επάξια τον θάνατο που ο Δεσπότης Χριστός υπέμεινε για τη σωτηρία μας;

    Ο Χριστός, όμως, θέλοντας να αναδείξει και να εξυψώσει ακόμη περισσότερο την αξία των διωγμών που θα υποστούν οι μαθητές Του και να φανερώσει πόσο θαυμαστό και μεγαλειώδες είναι το γεγονός αυτό, συμπεριλαμβάνει μαζί με τον εαυτό Του και τον ίδιο Του τον Πατέρα, προαναγγέλλοντας ότι οι μαθητές θα υποστούν τις δοκιμασίες όχι μόνο για χάρη του Υιού, αλλά και για χάρη του Πατέρα Του. «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου (:Γιατί όλα αυτά τα δεινά θα σας τα προκαλέσουν εξαιτίας του ονόματός μου)», λέει, «ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:επειδή δεν γνωρίζουν τον Πατέρα που με έστειλε). Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν (:Εάν δεν είχα έλθει και δεν τους είχα μιλήσει αποδεικνύοντάς τους με τη διδασκαλία μου και με τα θαύματά μου ότι είμαι ο Μεσσίας, δεν θα είχαν αμαρτία για την απιστία που έδειξαν σε Εμένα. Τώρα, όμως, δεν έχουν καμία πρόφαση που να δικαιολογεί την αμαρτία τους. Και είναι βαριά και ασυγχώρητη η αμαρτία τους αυτή)» [Ιω. 15,21 -22].

   Και πώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν απαλλαγμένοι από την αμαρτία, αν ο ίδιος ο Χριστός δεν είχε έρθει και δεν τους είχε μιλήσει; Και όμως, ο Θεός τους είχε ήδη δώσει τον γραπτό νόμο μέσω του Μωυσή, επιβεβαιώνοντας την θεία προέλευσή του με υπερφυσικά σημεία και θαύματα. Είχε, επίσης, αποστείλει πολλούς και σπουδαίους προφήτες σε διαδοχικές γενιές, ενώ, πριν ακόμη από όλα αυτά, είχε θέσει στην ανθρώπινη φύση τον φυσικό νόμο, ως αλάνθαστο διδάσκαλο που υποδεικνύει στον άνθρωπο όσα πρέπει να πράττει. Εκείνοι, όμως, είχαν περιφρονήσει και παραβεί όλα αυτά τα μέσα της θείας καθοδήγησης. «Πώς, λοιπόν, δεν είχαν αμαρτία», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος; [Ιω. 15,22 : «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν (:Εάν δεν είχα έλθει και δεν τους είχα μιλήσει αποδεικνύοντάς τους με τη διδασκαλία μου και με τα θαύματά μου ότι είμαι ο Μεσσίας, δεν θα είχαν αμαρτία για την απιστία που έδειξαν σε Εμένα. Τώρα, όμως, δεν έχουν καμία πρόφαση που να δικαιολογεί την αμαρτία τους. Και είναι βαριά και ασυγχώρητη η αμαρτία τους αυτή)»]. «Δεν είχαν, δηλαδή, τόσο μεγάλη αμαρτία όση θα έχουν τώρα, μετά τη δική μου παρουσία, τα υπερφυσικά έργα που επιτέλεσα και τη διδασκαλία που τους πρόσφερα. Γιατί είχαν, βέβαια, αμαρτία και προηγουμένως, επειδή είχαν περιφρονήσει τον φυσικό και τον γραπτό νόμο, καθώς και τους προφήτες, αλλά η αμαρτία τους δεν είχε τότε την ίδια βαρύτητα. Γιατί το μέγεθος των θείων δωρεών αυξάνει τις τιμωρίες για εκείνους που τις περιφρονούν, καθώς όσο μεγαλύτερες είναι οι δωρεές που δέχονται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ευθύνη τους».

     Όπως λέει και ο Ίδιος ο Χριστός: «Οὐαί σοι, Χοραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμεναι μετενόησαν. Πλὴν λέγω ὑμῖν, Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ ὑμῖν (:Αλίμονο σου, Χοραζίν, αλίμονό σου, Βηθσαϊδά˙ διότι αν στην Τύρο και τη Σιδώνα, που ήταν ειδωλολατρικές πόλεις φημισμένες για την κακία τους, είχαν γίνει τα μεγάλα θαύματα που έγιναν σε σας, από καιρό οι κάτοικοί τους θα είχαν μετανοήσει. Και θα εξωτερίκευαν τη συντριβή για τις αμαρτίες τους, φορώντας σάκο για ένδυμα και ρίχνοντας στάχτη πάνω στα κεφάλια τους. Σας φαίνεται υπερβολικό αυτό. Αλλά σας λέω ότι την ημέρα της κρίσεως οι κάτοικοι της Τύρου και Σιδώνας θα υποστούν ελαφρότερη τιμωρία από εσάς)» [Ματθ. 11,21-22]. Με τα λόγια αυτά γίνεται φανερό ότι και οι κάτοικοι εκείνων των πόλεων θα τιμωρηθούν, βέβαια, επειδή παρέβησαν όσα τους είχαν γνωστοποιηθεί μέσω των προφητών και του νόμου, όπως είπα προηγουμένως. Η τιμωρία τους, ωστόσο, θα είναι πολύ μικρότερη και ηπιότερη από την τιμωρία εκείνων που δεν υπάκουσαν ούτε στον ίδιο τον Κύριο του νόμου, τον Χριστό, ο Οποίος ήρθε αυτοπροσώπως και τους δίδαξε. 

    Ή, τουλάχιστον, η φράση του Χριστού μπορεί να ερμηνευθεί ως εξής: εδώ ονομάζει ειδικά «αμαρτία» τον πόλεμο και τη δίωξη που εξαπέλυσαν εκείνοι εναντίον Του και των μαθητών Του, καθώς και τη θανάτωσή Του. «Γι’ αυτήν», λέει, «δεν έχουν καμία δικαιολογία ούτε θα μπορέσουν να αποφύγουν την τιμωρία, καθώς δεν μπορούν να επικαλεστούν άγνοια. Είχαν, άλλωστε, διδαχθεί από παλιά από τους προφήτες όσα αφορούν εμένα, αλλά και από εμένα τον ίδιο και από τα έργα μου, με τρόπο σαφέστερο και υψηλότερο, αν βέβαια ήθελαν να μάθουν)» [βλ. παραπάνω, Ιω. 15,22 : «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν»].

   «Αν δεν είχα επιτελέσει ανάμεσά τους τα έργα και τα θαύματα που κανένας άλλος δεν έχει επιτελέσει», λέει, «δεν θα είχαν αυτή τη βαριά αμαρτία. Τώρα όμως έχουν δει τα έργα μου και έχουν μισήσει τόσο Εμένα, όσο και τον Πατέρα μου» [Ιω. 15,24 : «Εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου»]. «Διότι, όπως είπα προηγουμένως, Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα σε Εμένα» [Ιω. 14,10 : «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα (:Δεν πιστεύεις ότι Εγώ είμαι αχώριστα ενωμένος με τον Πατέρα μου, και γι’ αυτό είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι και μένει μέσα μου; Είμαι αδιάσπαστα και απόλυτα ενωμένος με τον Πατέρα μου, και γι΄ αυτό τα λόγια που Εγώ σας λέω και σας διδάσκω, δεν τα λέω από μόνος μου. Αλλά ο Πατέρας μου, που μένει μέσα μου, Αυτός ενεργεί τα υπερφυσικά έργα˙ και επιβεβαιώνει με αυτά ότι είμαστε αχώριστοι και ότι η διδασκαλία που διδάσκω δεν είναι δική μου, αλλά προέρχεται από τη σοφία του Πατέρα μου)»], καθώς υπάρχει αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσά μας, και «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα (:όποιος έχει δει Εμένα έχει δει τον Πατέρα)» [Ιω. 14,9 : «Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα; (:Του λέει ο Ιησούς: Τόσο καιρό είμαι μαζί  σας, Φίλιππε, και δεν με έχεις γνωρίσει ακόμη Ποιος είμαι ως προς τη θεϊκή μου φύση; Εκείνος που έχει δει Εμένα κι έχει εκτιμήσει κατάλληλα την αλήθεια της διδασκαλίας μου, την αγιότητα της ζωής μου και τη θαυματουργική δράση μου, είδε και τον Πατέρα. Διότι Εγώ είμαι ο φυσικός Υιός Του, και μέσα από την ανθρώπινη φύση μου εκλάμπει η αλήθεια και η δόξα και η αγιότητα του Πατρός μου. Και πώς εσύ λες:˙ ‘’Δείξε μας τον Πατέρα’’;)»]. 

    Γιατί ο Πατέρας και ο Υιός έχουν μία και την ίδια θεότητα, μία και την ίδια βούληση, δύναμη και ενέργεια, καθώς είναι ενωμένοι ως προς τη θεία φύση, χωρίς να παύουν να είναι διακριτά πρόσωπα. Έτσι, «όποιος έχει δει εμένα έχει δει μέσα σε εμένα και τον Πατέρα· και όποιος έχει μισήσει εμένα έχει μισήσει μέσω εμού και τον Πατέρα». Ο Χριστός, όμως, αποκαλύπτει συγχρόνως ότι εκείνοι ψεύδονται, όταν ισχυρίζονται ότι δεν προέρχεται από τον Θεό, επειδή δεν τηρεί το Σάββατο. Γιατί, όπως λέει, «όσοι προσποιούνται ότι μου αντιτίθενται για να υπερασπιστούν τους νόμους Εκείνου και γι’ αυτό εχθρεύονται το όνομά μου, δεν έχουν τη σωστή και αληθινή γνώση ούτε για τον Θεό, ο Οποίος με απέστειλε στον κόσμο»[Ιω. 15,21 : «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με)»].

     «Και ενώ βλέπουν πάλι τον Πατέρα να φανερώνεται με όλη Του τη λαμπρότητα μέσα σε Εμένα, μέσω της κοινής ενέργειας και των δύο μας και των θεοπρεπών έργων, μισούν και Εκείνον μαζί με Εμένα, στρεφόμενοι μέσω του ενός εναντίον και των δύο μας και συμπαρασύροντας, με τρόπο άθεο και ασεβή, τον Πατέρα στην εχθρότητά τους προς τον Υιό. Γιατί, όπως ομολογούν και οι ίδιοι οι διώκτες μου, δεν με διώκουν και δεν με μισούν για κανέναν άλλο λόγο, παρά επειδή διακηρύσσω ότι είμαι Υιός του Θεού». «Δεν σε λιθοβολούμε για κάποιο καλό έργο», λένε, «αλλά για βλασφημία, επειδή, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως Υιό του Θεού»[Ιω. 10,33 : «Ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν»]. 

     «Εκείνοι, λοιπόν, που μισούν τον Υιό σε τόσο υπερβολικό βαθμό, ώστε να μην ανέχονται ούτε να ακούσουν το όνομά Του, πώς δεν μισούν και τον Πατέρα μέσω εμού και μαζί με εμένα και δεν Τον διώκουν μαζί μου;» [Ιω. 15,23 : «Ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ ( : Διότι εκείνος που μισεί Εμένα, μισεί συγχρόνως και τον Πατέρα μου, που με απέστειλε)»] Γιατί, αν σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη απορρίπτεται ο κατά φύση Υιός, πώς μπορεί να παραμένει ως προς τη δική τους ομολογία ο κατά φύση Πατέρας; Ο Πατέρας είναι πάντοτε Πατέρας Υιού, αφού η πατρότητα προϋποθέτει την ύπαρξη του Υιού. Αν, λοιπόν, αρνούνται τον Υιό, δεν μπορούν να αναγνωρίζουν ούτε τον Πατέρα ως Πατέρα. Γιατί τίνος Πατέρας θα είναι; Επομένως, μέσω της απόρριψης του ενός στρέφονται και εναντίον του άλλου και, όσο εξαρτάται από αυτούς, διώκουν και αρνούνται και τους δύο, χωρίς βέβαια να μπορούν πραγματικά να καταργήσουν τη θεία ύπαρξή τους.

   Αφού είπε αυτά στους αποστόλους σχετικά με τους διώκτες τους και επικαλέστηκε επιπλέον τη μαρτυρία του Δαβίδ, ο οποίος είχε προαναγγείλει από παλιά το παράλογο και αδικαιολόγητο μίσος τους —« ἵνα πληρωθῇ (:για να εκπληρωθεί)», λέει, «ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν (:ο προφητικός λόγος που έχει γραφεί στο Νόμο που τους δόθηκε και για τον οποίο καυχώνται. Δηλαδή με το μίσος τους αυτό επαληθεύεται εκείνο που λένε οι Ψαλμοί, που περιλαμβάνονται στον Νόμο, ότι με μίσησαν χωρίς κανένα λόγο και χωρίς καμία αιτία [Ιω. 15,25· πρβ. Ψαλμ.34,19: «Μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντές μοι ἀδίκως, οἱ μισοῦντες με δωρεὰν καὶ διανεύοντες ὀφθαλμοῖς (:Ας μη χαρούν άλλο για τη συντριβή μου αυτοί που με εχθρεύονται άδικα, αυτοί που με μισούν αδικαιολόγητα και συνεννοούνται με νεύματα για να με εξοντώσουν)» και Ψαλμ.68,5: «Ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρεάν, ἐκραταιώθησαν οἱ ἐχθροί μου οἱ ἐκδιώκοντές με ἀδίκως· ἃ οὐχ ἥρπαζον, τότε ἀπετίννυον(:Έγιναν περισσότεροι από τις τρίχες του κεφαλιού μου εκείνοι που με μισούν χωρίς λόγο. Έγιναν πανίσχυροι οι εχθροί μου που με καταδιώκουν άδικα. Με τις συκοφαντίες τους αναγκαζόμουν να πληρώνω για πράγματα που δεν είχα αρπάξει, και για παρεκτροπές που ποτέ δεν είχα κάνει)» — περνά στη διδασκαλία για το δικό Του Πνεύμα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα.

    Στη θεολογική ανάπτυξη που ακολουθεί, λοιπόν,  λέει: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε(:Όταν, όμως, έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για μένα. Διότι το Άγιο Πνεύμα ως πηγή της αλήθειας φανερώνει στους ανθρώπους την αλήθεια. Αυτό εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός, όπως αναπηδά ο ποταμός από τη φυσική πηγή του.  Αλλά και σεις θα δίνετε μαρτυρία για Εμένα, διότι από την αρχή της δημόσιας δράσεώς μου είστε μαζί μου άμεσοι μάρτυρες της διδασκαλίας μου και των έργων μου. Καθώς μάλιστα θα φωτισθείτε τώρα και από τον Παράκλητο, θα δίνετε για Εμένα μαρτυρία σύμφωνη με τη μαρτυρία του Παρακλήτου)» [Ιω. 15,26-27]. «Εκείνοι», λέει, «δηλαδή οι διώκτες μου, με μισούν και με διώκουν με τόση ένταση, επειδή δεν πιστεύουν στη θεότητά μου. Όταν όμως έρθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αλήθειας, Εκείνος θα δώσει αληθινή μαρτυρία για εμένα, φανερώνοντας την αλήθεια σχετικά με το πρόσωπό μου». 

    Επειδή, λοιπόν, όσοι δίνουν μαρτυρία για πρόσωπα ή πράγματα χρειάζονται πάνω απ’ όλα την αλήθεια, ώστε η μαρτυρία τους να διαθέτει και αξιοπιστία και βεβαιότητα, και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί ως ψευδής, γι’ αυτό ο Χριστός αποκαλεί εδώ το Άγιο Πνεύμα «Πνεύμα της αλήθειας», τονίζοντας έτσι την απόλυτη αξιοπιστία της μαρτυρίας Του. Γιατί ο Χριστός φανέρωσε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι του Πατέρα και δικό Του, δηλώνοντας δύο διαφορετικές σχέσεις: αφενός ότι ο ίδιος θα το αποστείλει στους μαθητές Του και αφετέρου ότι το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα. Το αποκάλεσε, επίσης, «Πνεύμα της αλήθειας», για να θεμελιώσει και μέσω αυτής της ονομασίας, όπως είπα, την αξιοπιστία της μαρτυρίας Του, αφού η αλήθεια αποτελεί εγγύηση της αξιοπιστίας της. 

    Και πότε, λοιπόν, και με ποιον τρόπο έδωσε μαρτυρία για τον Χριστό το Άγιο Πνεύμα, όταν κατέβηκε στον κόσμο; Εκείνη, λοιπόν, η επιφοίτηση κατά την Πεντηκοστή και η ουσιαστική,  όπως θα μπορούσε να πει κανείς, παρουσία του Αγίου Πνεύματος αποτέλεσε σπουδαιότατη μαρτυρία για τη θεότητα του Χριστού [Πράξ. 2,1–4 : «Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι»]. Γιατί ο Χριστός είχε υποσχεθεί στους αποστόλους την επιφοίτηση αυτή τόσο πριν από το Πάθος όσο και μετά την Ανάστασή Του και, μετά την Ανάληψή Του στους ουρανούς, απέστειλε μεγαλοπρεπώς το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τις υποσχέσεις Του, με τη δύναμη και τη δόξα που ανήκουν κατά φύση τόσο στον Ίδιο, όσο και στο Πνεύμα, φανερώνοντας έτσι την κοινή θεία τους δύναμη και δόξα. 

    «Ἰδοὺ γάρ(:Κι Εγώ σας υπόσχομαι να σας βοηθήσω αποτελεσματικά στο έργο αυτό. Ιδού Εγώ, που από τώρα είμαι και ως άνθρωπος ο βασιλεύς του κόσμου και η κεφαλή της Εκκλησίας», λέει, «ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς, ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους (:θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό το Πνεύμα προανήγγειλαν οι προφήτες ότι θα δοθεί σε κάθε άνθρωπο. Εσείς, λοιπόν, καθίστε στην πόλη Ιερουσαλήμ και μην απομακρυνθείτε απ’ αυτήν, μέχρι να φορέσετε ως πνευματικό ένδυμα τη δύναμη και την ενίσχυση που θα σας έλθει από τον ουρανό με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος)» [Λουκ. 24,49] «Γιατί, ιδού», λέει, «σας στέλνω εκείνο που υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα. Εσείς όμως να παραμείνετε στην Ιερουσαλήμ, ώσπου να περιβληθείτε με δύναμη από ψηλά, με τη δύναμη που θα σας χαρίσει το Άγιο Πνεύμα». 

    Το Άγιο Πνεύμα, μάλιστα, έχει δώσει ξεκάθαρη μαρτυρία ότι ο Χριστός είναι και Θεός και Υιός του Θεού, όχι μόνο με την επιφοίτησή Του, αλλά και μέσω των ευαγγελιστών, των αποστόλων και όλων των μαρτύρων, ανδρών και γυναικών, σε ολόκληρο τον κόσμο [Πράξ. 1,8 : «Ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς(:Θα λάβετε όμως ενίσχυση και δύναμη, όταν θα έλθει πάνω σας το Άγιο Πνεύμα. Και θα γίνετε μάρτυρες της ζωής μου και της διδασκαλίας μου και στη Ιερουσαλήμ και σ’ όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και μέχρι το τελευταίο και πιο απομακρυσμένο σημείο της γης)»]. Η μαρτυρία αυτή δόθηκε μπροστά σε βασιλιάδες, τυράννους, στρατηγούς και άρχοντες κάθε λογής, σε όλα τα έθνη, τις πόλεις και τις χώρες. Οι μάρτυρες αυτοί, με τη σοφία και τη δύναμη του Πνεύματος, αποστόμωσαν ρήτορες, σοφούς, διαλεκτικούς, εκείνους τους προφήτες, μάντεις και ιερείς, σύμφωνα με όσα είχε προαναγγείλει ο Χριστός.  Έτσι, κατήγαγαν περίλαμπρη νίκη εναντίον όλων των αντιπάλων τους και κέρδισαν για τον Χριστό ολόκληρη την οικουμένη, με την εξάπλωση της πίστης, σε βαθμό που ξεπερνά κάθε περιγραφή.  

    «Παραδώσουσι γάρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ εἰς συναγωγὰς δαρήσεσθε(:Διότι θα σας παραδώσουν σε συνέδρια και θα σας δείρουν σε συναγωγές)», λέει,  «καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ (:και θα σταθείτε ως κατηγορούμενοι μπροστά σε ηγεμόνες και βασιλείς για μένα, προκειμένου να δώσετε μαρτυρία για το πρόσωπό μου που να την ακούσουν κι αυτοί και να τους δοθεί έτσι η ευκαιρία να μετανοήσουν και  να πιστέψουν˙ για να μην προφασίζονται την ημέρα της Κρίσεως ότι δεν άκουσαν το κήρυγμά μου)»[Μάρκ.13,9]· «Ὃταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε(:Κι όταν σας οδηγήσουν για να σας παραδώσουν σε συνέδρια και δικαστήρια, μην αγωνιάτε από πριν με τη σκέψη και τη φροντίδα τι θα πείτε για να απολογηθείτε)», λέει, «μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον(:και μην προμελετάτε τίποτε. Αλλά ό,τι σας φωτίσει ο Θεός και σας στείλει στον νου εκείνη την ώρα της απολογίας σας, αυτό να πείτε. Αυτή θα είναι η πιο κατάλληλη απολογία σας. Διότι δεν θα είστε εσείς που θα μιλάτε, αλλά το Πνεύμα το Άγιο που θα σας φωτίζει)» [Μάρκ. 13,11 ].

    Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, ο μεγάλος στρατηγός και υπερασπιστής αυτής εδώ της πολυάριθμης παράταξης του Χριστού, λέει: «Οὐδεὶς λέγει κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν πνεύματι ἁγίῳ (:Κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει με ειλικρινή πίστη και ευλάβεια ότι «ο Ιησούς είναι ο Κύριος» παρά μόνο με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος)» [Α΄ Κορ. 12,3], που καθιστά δυνατή την αληθινή ομολογία της πίστης. Ο Χριστός, λοιπόν, που είναι κατά τη θεία φύση Του αχώριστα ενωμένος με το δικό Του Πνεύμα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, και το έχει ως νου Του, σύμφωνα και πάλι με τον σοφό απόστολο Παύλο[Α΄ Κορ. 2,16 : «Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν (:Και δεν μπορεί να καταλάβει φυσικός και μη αναγεννώμενος άνθρωπος τον αναγεννημένο, διότι ποιος από εκείνους που δεν φωτίστηκαν από το Πνεύμα του Θεού γνώρισε την σκέψη και τις βουλές του Θεού; Ποιος από αυτούς θα διδάξει και θα διορθώσει τον Κύριο; Κανείς. Κανείς, λοιπόν, από τους μη αναγεννημένους δεν μπορεί να κατανοήσει και εμάς. Διότι και εμείς έχουμε τον νου και την σκέψη του Χριστού)»], χωρίς αυτό να αναιρεί την προσωπική διάκριση Υιού και Αγίου Πνεύματος, λέει: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ (:Όταν έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για Εμένα» [Ιω. 15,26].

        ============================

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

      ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

        ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

Μέρος Γ΄: 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ FILIOQUE ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ [Ιω. 15,15-27]

  [[ ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Στο συγκεκριμένο μέρος του εγκωμίου προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με αφορμή την ευαγγελική περικοπή της εορτής (Ιω. 15,15–27), αναφέρεται στις δογματικές πλάνες και τις αιρετικές διδασκαλίες των Ρωμαιοκαθολικών, επικεντρώνοντας την κριτική του στο filioque («και εκ του Υιού»). Επικαλούμενος αγιογραφικές και πατερικές μαρτυρίες, υπερασπίζεται την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποκλειστικά από τον Πατέρα.

    Η αντιρρητική αυτή αναφορά αποτελεί το μοναδικό στοιχείο για την πιθανή χρονολόγηση του εγκωμίου στα έτη 1367–1372, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του αγίου Φιλοθέου, και, ειδικότερα, την εποχή κατά την οποία ο άγιος Φιλόθεος ασκούσε έντονη κριτική στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με αφορμή τις συζητήσεις που διεξάγονταν για την ένωση των δύο Εκκλησιών. Αξιοσημείωτο είναι ότι το συγκεκριμένο τμήμα απουσιάζει από έναν από τους δύο σωζόμενους χειρόγραφους κώδικες, ενδεχομένως λόγω σκόπιμης αφαίρεσης.

    ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Η παρούσα κατάτμηση της ενιαίας ομιλίας είναι συμβατική και εξυπηρετεί αποκλειστικά τη θεματική οργάνωση και τη διευκόλυνση της μελέτης]].

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

    [4]. Εσύ, όμως, τι έχεις να πεις, Πάπα της Ρώμης, νεόκοπε θεολόγε του Αγίου Πνεύματος, που τολμάς να παρουσιάζεις ως αληθινή μια καινούρια και ξένη προς την πατερική παράδοση διδασκαλία; Εσύ που κομπάζεις και μεγαλαυχείς για την Πρεσβύτερη Ρώμη [[«Πρεσβύτερη Ρώμη: Η παλαιά Ρώμη, σε αντιδιαστολή προς την Κωνσταντινούπολη (Νέα Ρώμη). Ο άγιος Φιλόθεος επικρίνει εδώ την επίκληση του ιστορικού κύρους της Ρώμης ως θεμελίου των παπικών αξιώσεων για καθολική εκκλησιαστική εξουσία]], για τα εκκλησιαστικά πρωτεία και τους επισκοπικούς θρόνους, και επικαλείσαι παντού απέναντί μας, με την συνηθισμένη χαρακτηριστική σου υπεροψία, την αξίωσή σου για απόλυτη εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία, διεκδικώντας για τη Ρώμη το πρωτείο και την εξουσία πάνω σε κάθε Εκκλησία, ενώ συγχρόνως εισάγεις επαίσχυντους νεωτερισμούς στην πίστη και κατασπιλώνεις τη θεολογία του Αγίου Πνεύματος με τη διδασκαλία περί εκπορεύσεώς Του και από τον Υιό; Με παρόμοιο τρόπο είχε απευθυνθεί παλαιότερα κάποιος από τους δικούς μας σοφούς σε εκείνους που βλασφημούσαν τον Υιό.

     Από πού και από ποιον διδάχθηκες αυτήν την καινούργια και πρωτόφαντη θεολογία, αυτή την πρωτάκουστη διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα, ω «άριστε»; Ποιον άλλον Θεό και θεολόγο, ποιον άλλον καθοδηγητή και δάσκαλο βρήκες στη γη μετά τον Χριστό, ώστε να στηρίζεις σε αυτόν τη νέα σου διδασκαλία; Δεν είναι ο Χριστός ο ένας και μοναδικός Διδάσκαλος όλων μας, όπως ο Ίδιος διακήρυξε; [Ματθ. 23,8–10 : «Ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· εἷς γάρ ἐστιν ὑμῶν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε. καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατὴρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός(:Εσείς όμως μη δεχθείτε να σας ονομάσουν οι άνθρωποι ραββί, δηλαδή διδάσκαλε. Διότι ένας είναι ο διδάσκαλός σας, ο Χριστός˙ όλοι εσείς είστε αδελφοί. Και κανέναν επάνω στη γη να μην τον ονομάσετε πατέρα σας με κύρος και εξουσία απεριόριστη και απόλυτη· διότι ένας είναι ο Πατέρας σας, Εκείνος που είναι στους ουρανούς. Ούτε να ονομαστείτε εσείς καθηγητές, διότι ένας είναι ο καθηγητής σας, που με τη διδασκαλία του σας οδηγεί στη σωτηρία, ο Χριστός)»]. Αυτός είναι συγχρόνως Θεός και εκείνος που μας αποκαλύπτει τη θεότητά Του: Θεός από τη φύση Του και διδάσκαλός μας από συγκατάβαση προς εμάς. 

    Γιατί ο ίδιος ο Χριστός, όπως ακούς —αν βέβαια είσαι πρόθυμος να ακούσεις έστω και τώρα τα λόγια Του—, λέει: «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται (:το Πνεύμα της αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα)», ορίζοντας ρητά τον Πατέρα ως Εκείνον από τον Οποίο εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα» [Ιω. 15,26 : «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ(:Όταν, δηλαδή, έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για Εμένα)»].

      Εσύ, όμως, πώς τολμάς να προσθέτεις το «και από τον Υιό», στη διδασκαλία για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, κάτι που ασφαλώς δεν άκουσες ποτέ από τον ίδιο τον Χριστό; Πώς παρουσιάζεις τον Υιό ως συναίτιο της θεότητας μαζί με τον Πατέρα, ο Οποίος είναι η μοναδική πηγή της υπερούσιας θεότητας, και αποδίδεις και στους δύο την αιτία και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος; Έτσι επιχειρείς, όπως εσύ θα ισχυριζόσουν, να συμπληρώσεις με θρασύ και αυθάδη λόγο την υποτιθέμενη έλλειψη της θεολογικής διδασκαλίας του Χριστού, σαν να μην είχε διδάξει κάτι επειδή το αγνοούσε. 

     Αλλά συγχώρησέ μας, Χριστέ, Εσύ που είσαι η ενυπόστατη Σοφία του Πατέρα, ο προαιώνιος Λόγος και ισότιμος με Εκείνον που Σε γέννησε, και ας μείνει μακριά από εμάς κάθε βλάσφημη σκέψη που θα απέδιδε σε Εσένα άγνοια ή σκόπιμη απόκρυψη της αλήθειας! Γιατί θα ήταν εξίσου βλάσφημο να ισχυριστεί κανείς ότι αποσιωπούσες με τη θέλησή Σου όσα επιθυμούσες τόσο πολύ να γνωρίζουν οι δικοί Σου, ώστε να τα διδάξουν και σε εμάς, τις επόμενες γενιές, σύμφωνα με τις δικές Σου θείες ρήσεις, μεταδίδοντάς μας όσα και οι ίδιοι είχαν διδαχθεί. Γιατί λέει ο Χριστός στους αποστόλους Του: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν (:Πηγαίνετε σε ολόκληρο τον κόσμο και κάντε μαθητές μου όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάσκοντάς τους να τηρούν και να εφαρμόζουν στη ζωή τους όλα τα παραγγέλματα που σας έδωσα ως εντολές, χωρίς να παραλείπετε τίποτε από τη διδασκαλία μου)”» [Ματθ. 28,19–20 ]. 

     Γι’ αυτό οι απόστολοι και οι ευαγγελιστές, καθώς και οι ιερές χορείες των διδασκάλων και των Πατέρων, αντλώντας όλοι διαδοχικά από την ίδια πηγή, δηλαδή από τη διδασκαλία του Χριστού, το ζωογόνο νερό της θεολογίας, ποτίζουν με αυτό την παγκόσμια Εκκλησία του Χριστού, όπως ακριβώς ποτίζει κανείς μια εύφορη και πολύκαρπη γη, ώστε να αποδίδει πλούσιους πνευματικούς καρπούς. Δεν ποτίζουν μόνο την Εκκλησία της Ρώμης, όπως ισχυρίζεσαι εσύ, επικαλούμενος τα πρωτεία που διεκδικείς γι’ αυτήν, τα οποία περιορίζονται σε στενά γεωγραφικά όρια και σε ένα μικρό μέρος του κόσμου, αλλά την Εκκλησία που, με τη δύναμη Εκείνου που τη φύτεψε, δηλαδή του Χριστού, έχει εξαπλωθεί με υπερφυσικό τρόπο σε ολόκληρη τη γη, ξεπερνώντας βουνά, νησιά, θάλασσες, ποταμούς και τις πιο απομακρυσμένες περιοχές, μέχρι που έφτασε στα πέρατα του κόσμου. 

    Γνωρίζω, όμως, ότι θα επαναλάβεις και πάλι τα συνηθισμένα σου επιχειρήματα, επικαλούμενος διαδοχικά και συνδέοντας μεταξύ τους ευαγγελικά, αποστολικά και πατερικά χωρία, για να στηρίξεις τη διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό. Ωστόσο, αυτά τα χωρία υποστηρίζουν περισσότερο τη δική μας θέση και την ορθή πίστη, παρά εσένα και αυτόν τον πρόσφατο νεωτερισμό. Εννοώ τα λόγια του Χριστού: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾿ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν.Ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν (:Όταν, όμως, έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της Αληθείας, θα σας οδηγήσει σε όλη  τη σωτηριώδη αλήθεια. Διότι δεν θα μιλήσει από μόνος Του και ανεξάρτητα από τα άλλα πρόσωπα της θεότητος, αλλά θα σας πει όσα θα ακούσει από τον Πατέρα˙ θα σας αναγγείλει μάλιστα και όσα πρόκειται να συμβούν μελλοντικά στην Εκκλησία μου. Εκείνος θα δοξάσει και Εμένα. Και θα με δοξάσει, διότι θα πάρει από τον δικό μου θησαυρό της γνώσεως και θα σας τον αναγγείλει. Κι έτσι θα σας μεταδώσει την ίδια αλήθεια που κι Εγώ σας δίδαξα. Και θα αποκαλύψει σε όλους τους πιστούς τη δόξα της ενανθρωπήσεώς μου και του μεγαλείου μου)» [Ιω. 16,13-14 ], «ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν (:τον Οποίο Εγώ θα σας στείλω)» [ Ιω. 15,26] και «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ ὑμᾶς(: Και ιδού Εγώ θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο)» [Λουκ. 24,49]. 

    Στα επιχειρήματα αυτά θα προσθέσεις την εμφύσηση και τη χάρη που δόθηκε από τον αναστημένο Χριστό στους μαθητές Του[Ιω. 20,22 : «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον (:Κι αφού το είπε αυτό, προκειμένου να τους μεταδώσει την πνοή της νέας ουράνιας ζωής εμφύσησε στα πρόσωπά τους και τους είπε: ‘’Λάβετε Πνεύμα Άγιο’’)»], καθώς και τα αποστολικά λόγια «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (:Ο άνθρωπος όμως που δεν έχει μέσα του Πνεύμα Χριστού δεν ανήκει στον Χριστό)»» [Ρωμ. 8,9] και «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν (:ο Θεός απέστειλε το Πνεύμα του Υιού Του στις καρδιές σας)» [Γαλ. 4,6].Θα επικαλεστείς, επίσης, τις διατυπώσεις «διά» και «προσεχῶς», που χρειάζονται ερμηνευτική διευκρίνιση, καθώς και όσα αναφέρουν οι θεολόγοι για το Άγιο Πνεύμα ως εικόνα του Υιού και για τη σύνδεσή Του με τον Πατέρα μέσω του Υιού, μαζί με άλλα παρόμοια χωρία. 

     Διότι εμείς, οι Ορθόδοξοι, ονομάζουμε το Άγιο Πνεύμα «Πνεύμα Υιού», επειδή έχει ιδιαίτερη σχέση με Αυτόν, δεν λέμε όμως ότι εκπορεύεται από τον Υιό, ως από την αιτία της υποστατικής Του υπάρξεως. Ο Πατέρας είναι η πηγή της θεότητας, η μία και μοναδική πηγή της υπερούσιας Θεότητας. Από Αυτόν και μόνο έχει το Άγιο Πνεύμα την ύπαρξή Του. Όλα όσα έχει ο Πατέρας ανήκουν και στον Υιό, με εξαίρεση την ιδιότητα του να είναι αιτία, η οποία αποτελεί προσωπικό ιδίωμα του Πατέρα. Σε αυτά προστίθεται και η θεία αποκάλυψη που δόθηκε στον μέγα Γρηγόριο, [[τον Θαυματουργό, επίσκοπο Νεοκαισαρείας]], σύμφωνα με την οποία το Άγιο Πνεύμα έχει την ύπαρξή Του από τον Πατέρα και φανερώνεται μέσω του Υιού, δηλαδή στους ανθρώπους[Αγίου Γρηγορίου του  Θαυματουργού, Ἔκθεσις πίστεως, PG 10, 985A και Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὸν βίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, PG 46, 912D–913: «Καὶ ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον· καὶ δι’ Υἱοῦ πεφηνὸς, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις (:Και ένα Άγιο Πνεύμα, που έχει την ύπαρξή Του από τον Θεό, ως τη μοναδική πηγή της υποστατικής Του προελεύσεως, και έχει φανερωθεί στους ανθρώπους μέσω του Υιού)»]. Επικαλούμαστε επίσης και τη θεολογική διατύπωση: «Πῶς οὐκ ἔσται τὸ Πνεῦμα ὁ Θεός, ὅλην ἔχον ἐν ἑαυτῷ οὐσιωδῶς τὴν ἰδιότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, οὗ καὶ Πνεῦμά ἐστι, δι’ Υἱοῦ τῇ κτίσει χορηγούμενον; (:Πώς είναι δυνατόν να μην είναι Θεός το Πνεύμα, αφού έχει ουσιωδώς μέσα Του ολόκληρη την ιδιότητα του Πατέρα και του Υιού, του Οποίου είναι Πνεύμα, και χορηγείται στην κτίση μέσω του Υιού;)» [Αγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Θησαυρὸς περὶ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, λόγος ΛΔ΄ (34), PG 75, 576C].

     Εσύ, λοιπόν, με αυτή την πρωτοφανή και ασυνήθιστη προσθήκη σου, δηλαδή με την προσθήκη περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό, αλλοιώνεις όλα όσα προαναφέρθηκαν. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και όλα τα συγγράμματα των Πατέρων και των θεολόγων, καθώς και τον κατεξοχήν όρο και κανόνα της ευσέβειας, δηλαδή το μεγάλο και θεόπνευστο Σύμβολο της ορθής πίστης, μαζί με την ίδια την πρωταρχική και ύψιστη θεολογία του Χριστού. 

    Δεν σέβεσαι ούτε τον απόστολο Πέτρο, τον κορυφαίο των αποστόλων και θεολόγων, μολονότι καυχιέσαι υπερβολικά για τη σχέση σου μαζί του και προσπαθείς να παρουσιάσεις ως αποκλειστικά δικό σου πνευματικό θεμέλιο αυτόν τον διδάσκαλο, που ανήκει σε ολόκληρη την Εκκλησία. Ο απόστολος Πέτρος, αφού πρώτος μετά τον Χριστό παρέλαβε τη θεολογική διδασκαλία για τον ίδιο τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, διατύπωσε και ο ίδιος, ακολουθώντας πιστά τον Διδάσκαλό του, τη διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη του Πνεύματος από τον Πατέρα, δηλαδή στην εκπόρευσή Του ως προς την υποστατική Του ύπαρξη, και στη χορήγησή Του μέσω του Υιού σε όσους μετέχουν σε Αυτό, δηλαδή στους ανθρώπους που δέχονται τη χάρη Του. Γι’ αυτό και είπε: «Τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ Θεοῦ ὑψωθείς, τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρός, ἐξέχεε τοῦτο ὃ νῦν ὑμεῖς βλέπετε καὶ ἀκούετε (:Αφού, λοιπόν, ο Ιησούς μετά την Ανάστασή του ανυψώθηκε με τη δύναμη του Θεού στον ουρανό και πήρε από τον Πατέρα Του το Άγιο Πνεύμα, που υποσχέθηκε σε μας τους αποστόλους ότι θα μας έστελνε, μας πλημμύρισε με τις δωρεές και τις υπερφυσικές αυτές ενέργειες που εσείς βλέπετε και ακούτε)» [Πράξ. 2,33].

    Με όλους αυτούς, λοιπόν, τους εσφαλμένους συλλογισμούς σου και με όσους άλλους συνδέονται με αυτούς, εσύ ο ίδιος, όπως ήδη είπα, καταλήγεις στην παραδοχή δύο αρχών και δύο αιτίων μέσα στη Θεότητα, αντί να αναγνωρίζεις τον Πατέρα ως τη μοναδική αιτία της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Με αυτόν τον τρόπο υπονομεύεις και καταλύεις, όσο εξαρτάται από εσένα, τη μεγάλη ισχύ και το κύρος της Εκκλησίας, αφού στη θέση της πίστης στον έναν και μοναδικό Θεό και στη μία αρχή και Θεότητα εισάγεις την πολυαρχία και την πολυθεΐα — κάτι που μακάρι να μην έκανες! 

     Γι’ αυτό ακριβώς, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ἡμῖν εἷς Θεός, ὅτι μία θεότης, καὶ πρὸς ἓν τὰ ἐξ αὐτοῦ τὴν ἀναφορὰν ἔχει, κἂν τρία πιστεύηται (: Για εμάς Ένας είναι ο Θεός, επειδή μία είναι η Θεότητα και όσα προέρχονται από Αυτόν έχουν την αναφορά και την αναγωγή τους σε μία και μοναδική αρχή,  ακόμη κι αν πιστεύουμε σε τρία Πρόσωπα)» [Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΜΒ΄ (42), «Συντακτήριος», §15]. Ειδικότερα, εμείς γνωρίζουμε ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται αποκλειστικά από τον Πατέρα και έχουμε μάθει ότι έχει, όπως και ο Υιός, από Εκείνον αχρόνως την αιτία και την ύπαρξή Του, χωρίς δηλαδή να υπάρχει χρονική προτεραιότητα ή διαδοχή. Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται απευθείας από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς τη μεσολάβηση του Υιού, με τρόπο, όμως, διαφορετικό από εκείνον με τον οποίο ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα. Το Άγιο Πνεύμα αναπαύεται στον Υιό και παραμένει αχώριστα ενωμένο μαζί Του, όντας εκ φύσεως Πνεύμα Του, όπως ακριβώς είναι και Πνεύμα του Πατέρα, όχι ως προς την αιτία της υποστατικής Του υπάρξεως, αλλά ως προς την κοινή θεία ουσία, η οποία είναι μία και η ίδια και στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε και χορηγήθηκε στους ανθρώπους διά του Υιού, ενώ αποστέλλεται και παρέχεται επίσης από τον Υιό και τον Πατέρα, όχι ως προς την αιώνια υποστατική Του εκπόρευση, αλλά ως προς τη φανέρωση και τη χορήγησή Του στους ανθρώπους, σύμφωνα με την κοινή θεία ευδοκία και θέληση και βούληση. 

    Με βάση την ίδια κοινή θεία ευδοκία και βούληση, απεστάλη και ο Υιός από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Υιός έχει την υποστατική Του ύπαρξη από το Άγιο Πνεύμα -όπως λέει ο μέγας και επιφανής θεολόγος Γρηγόριος: «Τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς ἀποστολὴν εἶναι νόμισον (:Να θεωρείς ότι στην αγαθή θέληση και συγκατάθεση, στην ευδοκία του Πατέρα συνίσταται η αποστολή του Υιού)» [[Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΛΗ΄ (38), «Εἰς τὰ Θεοφάνια, ἤτοι Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος», §15. Η ρήση απαντά στο σημείο όπου ο Γρηγόριος εξηγεί πώς ο Υιός λέγεται ότι αποστέλλεται από τον Πατέρα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατωτερότητα της θεότητάς του. Πιο συγκεκριμένα, στον Λόγο ΜΕ΄, §27, ο άγιος Γρηγόριος αναφέρει: «Ἀπεστάλη μὲν, ἀλλ᾿ ὡς ἄνθρωπος· διπλοῦς γὰρ ἦν· ἐπεὶ καὶ ἐκοπίασε, καὶ ἐπείνησε, καὶ ἐδίψησε, καὶ ἠγωνίασε, καὶ ἐδάκρυσε, νόμῳ φύσεως. Εἰ δὲ καὶ ὡς Θεὸς, τί τοῦτο; Τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς ἀποστολὴν εἶναι νόμισον, ἐφ᾿ ὃν ἀναφέρει τὰ ἑαυτοῦ, καὶ ὡς ἀρχὴν τιμῶν ἄχρονον, καὶ τοῦ μὴ δοκεῖν εἶναι ἀντίθεος (:Ο Χριστός απεστάλη, αλλά ως άνθρωπος, αφού είχε δύο φύσεις. Γι’ αυτό και κουράστηκε, πείνασε, δίψασε, αγωνιούσε και δάκρυσε, σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης. Αν, όμως, λέγεται ότι απεστάλη και ως Θεός, τι σημαίνει αυτό; Να κατανοείς ως αποστολή την ευδοκία του Πατέρα, στον Οποίο ο Υιός αναφέρει όσα Τον αφορούν, τόσο για να Τον τιμήσει ως άχρονη αρχή, όσο και για να μη δίνεται η εντύπωση ότι αντιτίθεται στον Πατέρα ως Θεός)» Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διευκρινίζει ότι η αποστολή του Υιού, όταν νοείται σε σχέση με τη θεότητά Του, δηλώνει την ευδοκία του Πατέρα και δεν συνεπάγεται κατωτερότητα ή εξάρτηση της θείας φύσεώς Του. Ο άγιος Φιλόθεος επικαλείται τη συγκεκριμένη ρήση για να διακρίνει την αποστολή του Αγίου Πνεύματος από την αιώνια υποστατική εκπόρευσή Του]]. 

    Το Άγιο Πνεύμα, όμως, έρχεται και από μόνο Του, με την εξουσία που Του ανήκει ως αληθινού Θεού· :«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος (:διότι, όταν έρθει ο Παράκλητος)» [Ιω. 15,26], όπως λέει ο Χριστός· πνέει όπου θέλει [ βλ. Ιω. 3,8 : «Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»], όποτε θέλει και στον βαθμό που θέλει, αφού έχει κοινή με τον Πατέρα και τον Υιό τη βούληση, τη δύναμη και την ενέργεια, καθώς και τα τρία θεία Πρόσωπα έχουν κοινή τη θεία φύση.

    Έχοντας, λοιπόν, διδαχθεί αυτές τις αλήθειες από τον Χριστό και όλους όσοι ανήκουν σε Εκείνον, και χρησιμοποιώντας τις ως κανόνα και μέτρο για τη διάκριση της ορθής διδασκαλίας από την πλάνη, αποκόπτουμε με τη μάχαιρα του Πνεύματος καθετί περιττό και στρεβλό από τη διδασκαλία της πίστης και το απομακρύνουμε από όσα είναι ορθά και αναγκαία για την πνευματική μας σωτηρία, παραμένοντας μέσα στα όρια της ανόθευτης και ορθής πίστης [Εφ. 6,17 : «Καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθε, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ (:Και δεχθείτε σαν περικεφαλαία την ελπίδα της σωτηρίας, ώστε, όπως η περικεφαλαία προστατεύει το κεφάλι του στρατιώτη, έτσι να περιφρουρούν τη διάνοιά σας οι αγαθοί και χαρούμενοι λογισμοί που εμπνέει η χριστιανική ελπίδα. Πάρτε και το μαχαίρι που δίνει το Άγιον Πνεύμα, και το οποίο είναι ο λόγος του Θεού)»]. Επομένως, όταν ακούμε ότι ο Παράκλητος έρχεται ή αποστέλλεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους μέσα στον χρόνο, δεν εννοούμε την εκπόρευσή Του ως προς την ίδια Του την ύπαρξη, αλλά τη φανέρωση και την αποστολή Του στον κόσμο. Διότι πώς θα ήταν δυνατόν να ταυτίσουμε αυτή τη χρονική αποστολή με την εκπόρευσή Του, η οποία είναι άχρονη και δεν προκαλείται από κάποιο γεγονός μέσα στον χρόνο; Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, εννοούμε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος μέσα στον χρόνο, σύμφωνα με τη θεία ευδοκία, δηλαδή με την αγαθή θέληση του Θεού, η οποία είναι κοινή στον Πατέρα και στον Υιό. Αυτή η αποστολή παραμένει κοινή, ακόμη κι αν λέγεται ότι πραγματοποιείται άλλοτε από τον Πατέρα, άλλοτε από τον Υιό, άλλοτε από τον Πατέρα και τον Υιό μαζί και άλλοτε πάλι από τον Πατέρα μέσω του Υιού, χωρίς οι διαφορετικές αυτές διατυπώσεις να δηλώνουν διαφορετική αιτία της υποστατικής υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.  Διότι ο Χριστός λέει: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας(:Όταν έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σα, το Πνεύμα της Αληθείας)»[ Ιω.15,26], αναφερόμενος στην αποστολή Του προς τους ανθρώπους. 

    Επίσης, και η αποκάλυψη που δόθηκε στον άγιο Γρηγόριο τον Θαυματουργό αναφέρει επίσης ότι το Άγιο Πνεύμα έχει και Αυτό την ύπαρξή Του από τον Πατέρα και ότι μέσω του Υιού φανερώθηκε στους ανθρώπους, χωρίς η φανέρωση αυτή να ταυτίζεται με την αιώνια εκπόρευσή Του[Άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός, Ἔκθεσις πίστεως, PG 10, 985A: «Καὶ ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον· καὶ δι’ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις». Εδώ, με τη φράση «ἡ πρὸς τὸν θαυματουργὸν ἀποκάλυψις», ο άγιος Φιλόθεος αναφέρεται στην αποκάλυψη της Αγίας Τριάδας προς τον άγιο Γρηγόριο τον Θαυματουργό, επίσκοπο Νεοκαισαρείας (3ος αιώνας).Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο άγιος Γρηγόριος αξιώθηκε να δει σε όραμα την Υπεραγία Θεοτόκο και τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Ο τελευταίος, κατόπιν παρακλήσεως της Θεοτόκου, του δίδαξε το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Η διδασκαλία αυτή συνδέεται με την περίφημη «Έκθεση Πίστεως» του αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού]]. 

     Άλλοτε πάλι εννοούμε την κοινή χάρη των πνευματικών ενεργειών και χαρισμάτων, δηλαδή τη θεία χάρη που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους στους ανθρώπους, και η οποία παρέχεται από τον Πατέρα μέσω του Υιού εν Αγίω Πνεύματι. Όπως λέει και ο Μέγας Αθανάσιος, «ἡ διδομένη χάρις καὶ δωρεὰ ἐν τριάδι δέδοται παρὰ πατρὸς δι’ υἱοῦ ἐν ἁγίῳ πνεύματι (:η χάρη και η δωρεά που παρέχονται δίνονται εντός της Αγίας Τριάδας, από τον Πατέρα μέσω του Υιού εν Αγίω Πνεύματι”)»[Μεγάλου Αθανασίου, Πρὸς Σεραπίωνα, Ἐπιστολὴ Α΄, κεφάλαιο 30, PG 26, 596–597], φανερώνοντας την ενότητα της θείας ενέργειας. Για αυτά ακριβώς μιλούσε και ο σοφός Παύλος, όταν έλεγε ότι «διαιρέσεις χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ πνεῦμα καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι καὶ ὁ αὐτὸς κύριος καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, ὁ δὲ αὐτὸς ἐστι θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν (: υπάρχουν βέβαια διακρίσεις διαφόρων χαρισμάτων, αλλά το Άγιο Πνεύμα που διαιρεί και διανέμει τα χαρίσματα είναι το ίδιο. Υπάρχουν και διανομές διακονιών και υπηρεσιών. Άλλη, δηλαδή, διακονία ανατίθεται στο ένα μέλος της Εκκλησίας και άλλη στο άλλο. Ενώ, όμως, διανέμονται έτσι οι διακονίες στην Εκκλησία, ο Ένας και ο Ίδιος Κύριος τις διανέμει αυτές και υπηρετείται με αυτές από όλους. Υπάρχουν και διανομές δυνάμεων, που εκδηλώνονται ως έκτακτες και υπερφυσικές ενέργειες και πράξεις. Ο ίδιος, όμως, Θεός ενεργεί όλα αυτά σε όλους εκείνους μέσα από τους οποίους ενεργούνται, όπως και σε εκείνους για την ευεργεσία των οποίων γίνονται αυτά)» [Α΄Κορ.12,4-6].

    Γι’ αυτό και ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του και πριν από την Ανάληψή Του στους ουρανούς, ενεφύσησε προς τους μαθητές Του, μεταδίδοντάς τους ένα συγκεκριμένο χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, και τους είπε: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο»[Ιω. 20,22: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»] . Δεν τους έδινε, όμως, τότε το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα με την ουσιώδη παρουσία Του, αλλά ένα από τα χαρίσματά Του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού λίγο προηγουμένως τους είχε πει: «Αν Εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έρθει»; [Ιω. 16,7:«Ἀλλ’ ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς»].

    Και μετά την εμφύσηση αυτήν τους είπε πάλι: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους (:Κι εγώ σας υπόσχομαι να σας βοηθήσω αποτελεσματικά στο έργο αυτό. Ιδού Εγώ, που από τώρα είμαι και ως άνθρωπος ο βασιλεύς του κόσμου και η κεφαλή της Εκκλησίας, θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό το Πνεύμα προανήγγειλαν οι προφήτες ότι θα δοθεί σε κάθε άνθρωπο. Εσείς λοιπόν καθίστε στην πόλη Ιερουσαλήμ και μην απομακρυνθείτε απ’ αυτήν, μέχρι να φορέσετε ως πνευματικό ένδυμα τη δύναμη και την ενίσχυση που θα σας έλθει από τον ουρανό με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος)»[Λουκά 24,49]. Επομένως, ο Χριστός δεν τους έδινε τότε, όπως ήδη ανέφερα, την ουσιώδη και ενυπόστατη παρουσία του Αγίου Πνεύματος, η οποία διακρίνεται από την παροχή των χαρισμάτων. Διότι πώς θα προανήγγελλε ότι η παρουσία αυτή θα πραγματοποιούνταν μετά τη δική Του έλευση, αν την παρείχε ήδη τότε, όπως πιστεύουν ορισμένοι; Αντίθετα, εκείνη τη στιγμή τους μετέδιδε ένα χάρισμα του Πνεύματος, ως εκδήλωση της κοινής ενέργειας της Αγίας Τριάδας, όπως ήδη είπα. 

     Γι’ αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την ευαγγελική φράση “ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα με μέτρο”[ Ιω.3,34:«Ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα)»] λέει: «Τί δέ ἐστιν ὃ φησιν, Οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα; Θέλει δείξαι, ὅτι πάντες ἡμεῖς μέτρῳ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐνέργειαν ἐλάβομεν· Πνεῦμα γὰρ ἐνταῦθα τὴν ἐνέργειαν λέγει· αὕτη γάρ ἐστιν ἡ μεριζομένη· οὗτος δὲ ἀμέτρητον ἔχει καὶ ὁλόκληρον πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν. Εἰ δὲ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἀμέτρητος, πολλῷ μᾶλλον ἡ οὐσία (:Τι σημαίνει, λοιπόν, η φράση “Ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα με μέτρο”; Με αυτήν θέλει να δείξει ότι όλοι εμείς έχουμε λάβει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος σε περιορισμένο βαθμό, ανάλογα με τη χάρη που μας χορηγείται. Εδώ, λοιπόν, με τη λέξη “Πνεύμα” εννοεί τη θεία ενέργεια και όχι την ίδια την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, επειδή η ενέργεια είναι εκείνη που μερίζεται ως προς τη μετοχή των ανθρώπων σε αυτήν. Ο Χριστός, αντίθετα, έχει ολόκληρη την ενέργεια του Πνεύματος, χωρίς κανέναν περιορισμό. Και αν η ενέργειά Του είναι απεριόριστη, πολύ περισσότερο είναι η θεία ουσία)»[Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην, Ὁμιλία Λ΄ (30), §2, PG 59, 174].

      Όταν, όμως, ακούμε για την άχρονη εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, που δεν πραγματοποιείται εξαιτίας κάποιου συγκεκριμένου λόγου ή σκοπού, δεν πρέπει να την συγχέουμε με τη χρονική παροχή των θείων χαρισμάτων. Διότι ούτε ο Υιός γεννιέται ούτε το Πνεύμα εκπορεύεται κατά φύση για κάποιον σκοπό, προς ορισμένους αποδέκτες ή σε κάποια χρονική στιγμή. Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, όπως διδάσκουν οι θεολόγοι Πατέρες, προέρχονται από τον Θεό Πατέρα κατά φύση, ο Υιός ως γέννημα και το Πνεύμα ως εκπορευτό, και όχι ως αποτελέσματα της θελήσεως ή της ενέργειάς Του, όπως συμβαίνει με τα κτίσματα. 

     Όταν, λοιπόν, ακούμε αυτά, αντιλαμβανόμαστε αμέσως, όπως ήδη ανέφερα, ότι το Άγιο Πνεύμα έχει την υπέρχρονη, αιώνια και φυσική ύπαρξή Του από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς χρονική αρχή και χωρίς κάποια εξωτερική αιτία που να καθορίζει ή να προκαλεί την εκπόρευσή Του. Αυτό το λέω σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτίες του επίγειου κόσμου, για να διευκρινίσω ότι η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος δεν έχει χρονική αρχή ούτε οφείλεται σε κάποια εξωτερική αιτία. Το Άγιο Πνεύμα έχει την ύπαρξή Του από τη μοναδική αρχή και πηγή της υπερούσιας θεότητας, δηλαδή από τον Πατέρα, συναΐδια με τη γέννηση του Υιού, χωρίς να προηγείται χρονικά η μία και να ακολουθεί η άλλη. Αυτή την αλήθεια διδάσκει πρώτος ο ίδιος ο Χριστός με τα λόγια: «Το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα» [ βλ. παραπάνω, Ιω. 15,26 : «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»], όπως έχω ήδη αναφέρει πολλές φορές. 

     Ακολουθεί η μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου, της τιμημένης κορυφής των θεολόγων. Με την ευκαιρία αυτή θα επικαλεστώ και όσα διδάσκει ο σοφός άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για το Άγιο Πνεύμα, καθώς και όσα διατυπώθηκαν κατά την εποχή του και ύστερα από αυτόν, από τις συνάξεις των αποστόλων και των Πατέρων, οι οποίοι θεολόγησαν είτε ο καθένας χωριστά με τις επιμέρους διδασκαλίες του είτε από κοινού με τις συλλογικές διατυπώσεις της πίστεώς τους, και μας κληροδότησαν τον καταγεγραμμένο όρο της πίστεως, δηλαδή το Σύμβολο της Πίστεως, σαν μια έμψυχη και ζωντανή στήλη που διακηρύσσει: «Πιστεύω καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν πατρὶ καὶ υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον (:Πιστεύω και στο Άγιο Πνεύμα, το Κύριο, το ζωοποιό, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και που μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό συμπροσκυνείται και συνδοξάζεται)».

    Εμείς, λοιπόν, που από την αρχή διδαχθήκαμε αυτές τις αλήθειες της ορθόδοξης πίστης και ασκηθήκαμε σε όλη μας τη ζωή, όπως ήδη ανέφερα, στη θεολογία αυτή, η οποία έχει θεία και όχι ανθρώπινη προέλευση, αφού δεν πηγάζει από επίγειες διδασκαλίες και δασκάλους, αλλά από τον ουρανό και από τον ίδιο τον Χριστό, τον ενυπόστατο Λόγο του Πατέρα, ομολογούμε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα του Πατέρα, ότι υπάρχει μέσα στον Πατέρα και μαζί με Αυτόν και ότι προέρχεται από Αυτόν. Με αυτές τις εκφράσεις δηλώνουμε αφενός ότι τα θεία Πρόσωπα έχουν κοινή ουσία και είναι απολύτως ενωμένα και αχώριστα και αφετέρου ότι το Άγιο Πνεύμα έχει αιώνια την ύπαρξή Του, δηλαδή εκπορεύεται, από την υπόσταση του Πατέρα. Η ιδιότητα αυτή της υποστατικής προέλευσης ανήκει αποκλειστικά στον Πατέρα, επειδή μόνο Αυτός είναι Πατέρας και φυσική αρχή της θεότητας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Επιπλέον, με τις ίδιες εκφράσεις δηλώνουμε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα προς τα δημιουργήματα, σύμφωνα με τη θεία ευδοκία, αποστολή την οποία ο Πατέρας πραγματοποιεί μέσω του Υιού και σε συνεργασία μαζί Του. Δηλώνουμε ακόμη τη χορήγηση των πνευματικών χαρισμάτων, η οποία, όπως προανέφερα, αποτελεί κοινή ενέργεια της μακαρίας Τριάδας και μεταδίδεται στους αξίους από τον Πατέρα, μέσω του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι.

     «Ὥσπερ γὰρ ἐκ τοῦ Πατρός ἐστι δι’ Υἱοῦ ἡ διδομένη χάρις (:Πράγματι, όπως η θεία χάρη που χορηγείται στους ανθρώπους προέρχεται από τον Πατέρα μέσω του Υιού)», λέει και πάλι ο Μέγας Αθανάσιος, «οὕτως οὐκ ἂν γένοιτο κοινωνία τῆς δόσεως ἐν ἡμῖν, εἰ μὴ ἐν τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ. Τούτου γὰρ μετέχοντες, ἔχομεν τοῦ Πατρὸς τὴν ἀγάπην, καὶ τοῦ Υἱοῦ τὴν χάριν, καὶ αὐτοῦ τοῦ Πνεύματος τὴν κοινωνίαν (:έτσι δεν θα ήταν δυνατή η μετοχή μας στη δωρεά αυτή παρά μόνο εν Αγίω Πνεύματι, μέσω του Οποίου η θεία χάρη γίνεται μεθεκτή από τους ανθρώπους. Διότι, μετέχοντας στο Άγιο Πνεύμα, έχουμε του Πατέρα την αγάπη, και του Υιού τη χάρη και του ίδιου του Αγίου Πνεύματος την κοινωνία [Β΄ Κορ. 13,13 : «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν»], μετέχοντας έτσι στην κοινή δωρεά της Αγίας Τριάδας)» [Μεγάλου Αθανασίου, Πρὸς Σεραπίωνα, Ἐπιστολὴ Α΄, 31, PG 26, 600–60] . Αποδεικνύεται, επομένως, και από αυτά ότι η ενέργεια της Αγίας Τριάδας είναι μία, κοινή δηλαδή και στα τρία θεία Πρόσωπα. 

     Αυτήν ακριβώς την ενέργεια είχε ονομάσει λίγο προηγουμένως «Πνεύμα» και ο Ιερός Χρυσόστομος, χρησιμοποιώντας τη λέξη αυτή με τη σημασία της θείας ενέργειας, καθώς ερμήνευε τον ευαγγελικό λόγο Ἰω. 3,34: «Ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα» [βλ. και παραπάνω, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἰωάννην, Ὁμιλία Λ΄, 2, PG 59, 174: «Τί δέ ἐστιν ὃ φησιν, Οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα; Θέλει δείξαι, ὅτι πάντες ἡμεῖς μέτρῳ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐνέργειαν ἐλάβομεν· Πνεῦμα γὰρ ἐνταῦθα τὴν ἐνέργειαν λέγει· αὕτη γάρ ἐστιν ἡ μεριζομένη· οὗτος δὲ ἀμέτρητον ἔχει καὶ ὁλόκληρον πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν. Εἰ δὲ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἀμέτρητος, πολλῷ μᾶλλον ἡ οὐσία (:Τι σημαίνει, λοιπόν, η ευαγγελική φράση “Ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα με μέτρο”; Ο Ευαγγελιστής θέλει να δείξει ότι όλοι εμείς λαμβάνουμε την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος σε ορισμένο μέτρο, δηλαδή με περιορισμένο τρόπο και όχι σε όλη την πληρότητά της. Διότι εδώ με τη λέξη “Πνεύμα” εννοεί τη θεία ενέργεια, και όχι την ίδια την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος ως κάτι που διαιρείται· γιατί η ενέργεια είναι εκείνη που διανέμεται στους ανθρώπους. Εκείνος όμως, δηλαδή ο Χριστός, κατέχει ολόκληρη την ενέργεια, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς μέτρο. Και αν η ενέργεια του Πνεύματος είναι απεριόριστη, πολύ περισσότερο είναι απεριόριστη η ουσία Του)».

     Ονομάζουμε, επίσης, το Άγιο Πνεύμα «Πνεῦμα Χριστοῦ» [Ρωμ. 8,9 : «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ’ ἐν πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (:Εσείς, όμως, δεν είστε αιχμάλωτοι και δούλοι της σαρκός, αλλά κυριαρχείστε από την ανώτερη πνευματική σας φύση, όπως αυτή φωτίστηκε και αναγεννήθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, εάν βέβαια, όπως ελπίζω, κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα του Θεού. Ο άνθρωπος, όμως, που δεν έχει μέσα του Πνεύμα Χριστού δεν ανήκει στον Χριστό)»], «νοῦν Χριστοῦ» [Α΄ Κορ. 2,16 : «Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν (:Και δεν μπορεί να καταλάβει φυσικός και μη αναγεννώμενος άνθρωπος τον αναγεννημένο, διότι ποιος από εκείνους που δεν φωτίστηκαν από το Πνεύμα του Θεού γνώρισε την σκέψη και τις βουλές του Θεού; Ποιος από αυτούς θα διδάξει και θα διορθώσει τον Κύριο; Κανείς. Κανείς λοιπόν από τους μη αναγεννημένους δεν μπορεί να κατανοήσει και εμάς. Διότι και εμείς έχουμε τον νου και την σκέψη του Χριστού)»] και «Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ» [Γαλ. 4,6 : «Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ (:Δεν είστε πλέον δούλοι, αλλά υιοί του Θεού. Κι επειδή είστε υιοί του επουρανίου Πατρός, γι’ αυτό απέστειλε ο Θεός στις καρδιές σας το Πνεύμα του Υιού Του, το οποίο σας δίνει την πληροφορία και την παρρησία να απευθύνεστε στο Θεό με την κραυγή και την επίκληση: ‘’Αββά, δηλαδή, Πατέρα’’)»], δηλώνοντας με αυτούς τους χαρακτηρισμούς την αχώριστη σχέση Του με τον Υιό. 

    Λέμε ακόμη ότι παραμένει αχώριστα μέσα στον Υιό [Ιω. 1,32–33 : «Καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ’ αὐτόν. Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ’ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (:Ο Ιωάννης μάλιστα έδωσε και την εξής μαρτυρία: Έχω δει το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι απ’ τον ουρανό και να μένει πάνω Του μόνιμα και διαρκώς, και όχι όπως στους προφήτες, οι οποίοι δέχονταν εκτάκτως τη χάρη του Πνεύματος και για ειδικό σκοπό. Όπως εσείς, έτσι κι εγώ δεν γνώριζα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας. Αλλά ο Θεός που με έστειλε να βαπτίζω με απλό νερό, Εκείνος μου είπε: “Σ’ όποιον δεις το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει μόνιμα πάνω Tου, Aυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο και Aυτός χορηγεί τις δωρεές και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε όσους βαπτίζονται με το βάπτισμά Tου”)»] και αναπαύεται σε Αυτόν [ βλ. Ησ. 11,2 : «Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ’ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας(:Και στον ευλογημένο αυτόν απόγονο του Ιεσσαί θα αναπαύεται τελείως το Πνεύμα του Θεού με όλα τα χαρίσματά Του: με τα χαρίσματα της σοφίας και της συνέσεως, με τα χαρίσματα της βουλήσεως, της θελήσεως και της δυνάμεως, με τα χαρίσματα της γνώσεως του Θεού και της ευσέβειας)»], καθώς και ότι αποτελεί τη ζωντανή και απαράλλακτη εικόνα Του. Και, αν θέλεις, μπορούμε να ονομάσουμε το Άγιο Πνεύμα εικόνα και του Πατέρα, όπως και του Υιού, εξαιτίας της ενότητας της θείας ουσίας που είναι κοινή στα τρία θεία Πρόσωπα. Το Άγιο Πνεύμα είναι, επίσης, ισότιμο με τον Υιό και προέρχεται κατά φύση, άχρονα και άμεσα από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς χρονική αρχή και χωρίς την παρεμβολή άλλου προσώπου ως αιτίας της υποστατικής Του προέλευσης.

   Ακόμη κι αν κάποιος από τους θεολόγους χρησιμοποίησε την έκφραση «μέσω του Υιού», αναφερόμενος στο Άγιο Πνεύμα, αυτή πρέπει να κατανοηθεί σε συνάρτηση με τον Πατέρα, επειδή η ίδια η ονομασία «Πατέρας» καθιστά αναγκαίο να νοείται συγχρόνως και ο Υιός, αφού η πατρότητα προϋποθέτει την ύπαρξη του Υιού. Καθώς, λοιπόν, ο Υιός γεννάται αιώνια από τον Πατέρα, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αχώριστα, αλλά με διαφορετικό τρόπο, χωρίς να υπάρχει χρονική απόσταση ανάμεσα στη γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Πνεύματος. Έτσι, το ότι είναι και ονομάζεται «Πνεύμα του Πατέρα» συνδέεται με τη σχετική ονομασία του Υιού, η οποία εκφράζει τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα. Διότι ο Πατέρας είναι ασφαλώς Πατέρας, όπως είναι και εκείνος από τον οποίο προέρχεται το Άγιο Πνεύμα. Δεν είναι, όμως, πρωτίστως Πατέρας, με την έννοια ότι η πατρότητα δεν προηγείται ως θεία ιδιότητα της σχέσης Του προς το Πνεύμα. 

     Άλλωστε, ούτε η λογική κατηγορία της σχέσης επιβάλλει πάντοτε αντίστοιχες ονομασίες με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις υποστατικές σχέσεις. Το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε στους ανθρώπους μέσω του Υιού, ενώ επίσης εμφυσάται [Ιω. 20,22: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον (:Κι αφού το είπε αυτό, προκειμένου να τους μεταδώσει την πνοή της νέας ουράνιας ζωής εμφύσησε στα πρόσωπά τους, όπως κάποτε ο Θεός στο πρόσωπο του Αδάμ, και τους είπε: Λάβετε Πνεύμα Άγιο)»], αποστέλλεται, χορηγείται και δίνεται στην κτίση «δι’ αὐτοῦ (:μέσω Αυτού)» και «παρ’ αὐτοῦ(:από Αυτόν)». Και, αν θέλεις, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ακόμη και την έκφραση «ἐξ αὐτοῦ (:από Αυτόν)», εφόσον αναφερόμαστε στη φανέρωση και τη χορήγηση του Πνεύματος στην κτίση και όχι στην αιώνια υποστατική Του προέλευση.

   Διότι, φίλοι μου, δεν πρόκειται να εμπλακούμε σε καμία απολύτως φιλονικία για τις λέξεις, όπως είπε και κάποιος άλλος, εφόσον η πρόθεση εκείνου που χρησιμοποιεί αυτές τις διατυπώσεις είναι ορθή και δεν αλλοιώνει το θεολογικό τους νόημα, ενώ συγχρόνως διευκρινίζονται ο χρόνος και η αιτία της έλευσης του Αγίου Πνεύματος από εκεί, δηλαδή από τον Υιό, όπως προκύπτει από τα προηγούμενα. Πρόκειται για την αποστολή του Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό προς τους ανθρώπους, σύμφωνα με τη θεία ευδοκία, και μάλιστα για τη δωρεά των πνευματικών ενεργημάτων και χαρισμάτων. 

    Για αυτά έχουμε ήδη μιλήσει πολλές φορές, διακρίνοντάς τα ως εκδηλώσεις της θείας οικονομίας προς την κτίση από εκείνη την προαιώνια και φυσική εκπόρευση και ύπαρξη του Πνεύματος από την πατρική υπόσταση, η οποία ανήκει αποκλειστικά στην πατρική αιτία και ιδιότητα, αφού μόνο ο Πατέρας αποτελεί την υποστατική αιτία του Αγίου Πνεύματος και είναι, κατά τους θεολόγους, η μοναδική αρχή και πηγή της θεότητας. Αυτό ακριβώς δίδασκε και ο Χριστός στους μαθητές και αποστόλους Του, όταν πλησίαζε η ώρα της Σταύρωσής Του, αναφερόμενος στο Άγιο Πνεύμα και στη σχέση Του με τον Πατέρα, όπως ήδη αναφέραμε, λέγοντας: «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται (:Όταν έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για μένα. Διότι το Άγιο Πνεύμα ως πηγή της αλήθειας φανερώνει στους ανθρώπους την αλήθεια. Αυτό εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός, όπως αναπηδά ο ποταμός από τη φυσική πηγή του)»:[Ιω. 15,26]. 

   Επειδή, λοιπόν, πρέπει ο λόγος μας να επιστρέψει και πάλι στις θεόπνευστες μαρτυρίες της Αγίας Γραφής, σαν να διαγράφει έναν κύκλο, από έναν ορισμένο πόθο να αναζητήσει και πάλι σε αυτές τη θεολογική αλήθεια, έτσι εμπνεόμαστε κι εμείς να σκεφτόμαστε και να μιλάμε για το Άγιο Πνεύμα. Αυτά διακηρύσσουν οι Ευαγγελιστές και οι Απόστολοι, καθώς και η χορεία των θεολόγων, μαζί με εκείνον που πραγματεύτηκε τα ζητήματα αυτά με τόσο εξαιρετικό θεολογικό βάθος, τόσο παλαιότερα όσο και τώρα, εκφράζοντας την ίδια πίστη για το Άγιο Πνεύμα. Το ίδιο μαρτυρούν και οι χορείες των μαρτύρων, των ομολογητών, των Πατέρων και των διδασκάλων, άνδρες και γυναίκες μαζί, που πότισαν την παγκόσμια Εκκλησία του Χριστού με κρουνούς αίματος και δακρύων και με τους ιδρώτες τους, δηλαδή με το μαρτύριο, τους πνευματικούς αγώνες και τους κόπους τους, και την οδήγησαν σε τέτοιο βαθμό ωραιότητας και μεγαλείου, χάρη στην ανέκφραστη δύναμη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, όπως ήδη ανέφερα.

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

                μετάφραση και επιμέλεια κειμένου:

                    Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ

  •  «Φιλοθέου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον», Μακεδονικά, τόμ. 2 (1951), σ. 570-576: https://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_02/ekd_pemk_02_laourdas.pdf?utm

  • Δ. Γ. Τσάμης (έκδ.), Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου Ἁγιολογικὰ Ἔργα, Α΄: Θεσσαλονικεῖς Ἅγιοι, σειρά «Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοὶ Συγγραφεῖς», αρ. 4, Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1985.

  • Δ. Γ. Τσάμης, «Φιλοθέου Κοκκίνου, εγκώμιο στον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο τον Μυροβλήτη», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., 26 (1981), σ. 49–83.

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

  • Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

  • Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.

  • Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.