Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑ 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024


Ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ὁσιομάρτυς ἡ Ἀθηναία 


Ὅρπηξ Ἀθηνῶν ἐστιν ἡ Φιλοθέη,
Ἐχθρὸν βαλοῦσα σταυροῦ τῇ πανοπλίᾳ.

Ἡ Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε τὸ ἔτος 1522 μ.Χ. στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Ἀθήνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου. Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ συνεχὴ προσευχή.

Ὁ Κύριος ποὺ ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν ἀγαποῦν, ἄκουσε τὴν δέησή της. Καὶ πράγματι, μία ἡμέρα ἡ Συρίγα μπῆκε κατὰ τὴν συνήθειά της στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ἔντονης καὶ ἐπίμονης προσευχῆς τὴν πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος.

Τότε ἀκριβῶς εἶδε ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα. Ἕνα φῶς ἰσχυρὸ καὶ λαμπρὸ βγῆκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ εἰσῆλθε στὴν κοιλιά της. Ἔτσι ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἔκρινε ὅτι τὸ ὅραμα αὐτὸ σήμαινε στὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της. Ἔτσι κι ἔγινε. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Συρίγα ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὴ μονάκριβη θυγατέρα της.

Μαζὶ μὲ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴν μοναχοκόρη τους καὶ κάθε δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.

Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της, ᾖρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη.

Κατ’ ἀρχήν, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου, τὸν ὁποῖο εἶδε σὲ ὅραμα, οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ ἀρκετὰ κελιά, στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν τιμήσει.

Στὸ μοναστήρι πρόσθεσε καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καὶ ἐκτάσεις καὶ τὸ προικοδότησε μὲ μετόχια καὶ ὑποστατικά, ποὺ ὑπερεπαρκοῦσαν γιὰ τὴ διατροφὴ καὶ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν.

Τὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστήρι σεμνυνόταν καὶ ἐγκαλλωπιζόταν μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ἁγίας σκορποῦσε εὐωδία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε ἐμφανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητας αὐτῆς.

Τὸ παράδειγμά της, λοιπόν, νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι. Ἐκεῖ βρίσκουν προστασία ὅλοι οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Ἐκεῖ οἱ ἄρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οἱ πεινασμένοι τροφή, οἱ γέροντες στήριγμα καὶ τὰ ὀρφανὰ στοργή.

Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεῖα διὰ τοὺς παῖδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Στηρίζει τοὺς πονεμένους σκλάβους μὲ τὴν προσευχή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες Ἑλληνίδες.

Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους. Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ διψῶ νὰ ὑπομείνω διάφορα εἴδη βασανιστηρίων γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο λατρεύω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά, ὡς Θεὸ ἀληθινὸ καὶ ἄνθρωπο τέλειο καὶ θὰ σᾶς χρωστάω μεγάλη εὐγνωμοσύνη ἂν μπορεῖτε μία ὥρα πρωτύτερα νὰ μὲ στείλετε πρὸς Αὐτὸν μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ ἀπάντηση πρὸς τοὺς κατακτητές, ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ πανευτυχὴς καὶ φερώνυμη Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράϋναν τὸν ἡγεμόνα μὲ διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία.

Ἀφεθεῖσα πλέον ἐλεύθερη, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἐπέστρεψε ἀναίμακτη στὸ μοναστήρι της, ὅπως ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὁ μυροβλύτης Νικόλαος καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Φρόντιζε δέ, ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς δικῆς της ψυχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ τοὺς μὲν ἐνάρετους τοὺς στερέωνε στὴν ἀρετή, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς τοὺς βελτίωνε ἠθικὰ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια. Καὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ πέρασε στὴ νῆσο Τζιὰ (Κέα), ὅπου πρὸ πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νὰ ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθήνα. Στὴν Τζιὰ ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν τελειότητα καὶ στὴν πράξη καὶ στὴν θεωρία, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, πρὸς ἀπόδειξη τοῦ θαυματουργικοῦ της χαρίσματος, θὰ μνημονεύσουμε ἕνα μόνο, τὸ ἀκόλουθο: Ζοῦσε στὴν ἐποχή της ἕνας νέος, ποιμένας προβάτων, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολὺ μικρὸς εἶχε συνηθίσει στὶς κλεψιὲς καὶ στὶς ρᾳδιουργίες. Ὁ νέος αὐτός, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, κυριεύθηκε ἀπὸ τὸν Σατανᾶ. Ἐξ αἰτίας τούτου περιφερόταν στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιὲς γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος , θέαμα ὄντως ἐλεεινό.

Πολλὲς φορές, ὅταν συνερχόταν ἀπὸ τὴν τρέλα, στὴν ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει ὁ Σατανᾶς, σύχναζε στὰ γύρω μοναστήρια γιὰ νὰ βρεῖ θεραπεία στὴν ἀσθένειά του. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ πετύχει τίποτε. Κάποιοι, ποὺ τὸν εὐσπλαγχνίστηκαν, τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία Φιλοθέη ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπὸ πολὺ καὶ ἐκτενὴ προσευχὴ τὸν λύτρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ διαβολικὴ μάστιγα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ νουθέτησε ἀρκετά, τὸν εἰσήγαγε καὶ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Καὶ ἔτσι ὁ νέος ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση, θαυμαζόμενος ἀπ’ ὅλους.

Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε.

Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε. Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὅσιων τὴν ἔλλαμψιν, εἰσδεδεγμένη σεμνή, τὴν πόλιν ἐφαίδρυνας, τῶν Ἀθηναίων τῇ σῇ, ἀσκήσει καὶ χάριτι· σὺ γὰρ ἐν εὐποιΐαις, διαλάμπουσα Μῆτερ, ἤθλησας δι’ ἀγάπην, εὐσεβῶς τοῦ πλησίον· διό σε ὦ Φιλοθέη, Χριστὸς ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φιλοθέως ἤνυσας τὴν βιοτήν σου, Φιλοθέη πάνσεμνε, καὶ τῶν Μαρτύρων κοινωνός, ὡς ἐναθλήσασα γέγονας, Ὁσιομάρτυς· διὸ εὐφημοῦμέν σε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τεθλιμμένων ἡ ἀρωγή, καὶ κινδυνευόντων, προστασία ἡ ἀσφαλής, Μῆτερ Φιλοθέη, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, Ὁσίων καὶ Μαρτύρων, ἡ ἰσοστάσιος.

Οἱ Ἅγιοι Ἄρχιππος, Φιλήμων καὶ Ἀπφίας οἱ Ἀπόστολοι 

Ποθῶν τὸν ἀκρόγωνον Ἄρχιππος λίθον.
Κατηλοήθη τῷ πόθῳ τούτου λίθοις.
Ἄρχιππος δεκάτῃ ἐνάτῃ θάνε χερμαδίοισιν.

Καὶ οἱ τρεῖς Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀπφίας ἢ Ἀπφίων, Ἄρχιππος καὶ Φιλήμων συναριθμοῦνται μεταξὺ τῶν Ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων, τῶν ὁποίων ἡ Σύναξη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στὶς 4 Ἰανουαρίου.

Περὶ τῆς Ἁγίας Ἀπφίας ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλήμονα ἐπιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετὰ τῶν Ἀποστόλων Φιλήμονος, Ἀρχίππου καὶ Ὀνισήμου ἐπὶ αὐτοκράτορα Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.) καὶ φέρεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀποστόλου Φιλήμονος.

Ὁ Ἀπόστολος Ἄρχιππος, ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς Κολοσσάς. Τελειώθηκε μαρτυρικὰ ἐπὶ Νέρωνος († 19 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου). Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε Χριστιανό. Γρήγορα, ὅμως, λόγω τῆς προθυμίας, τοῦ ζήλου καὶ τῆς εὐσέβειάς του, ἀποδείχθηκε σὲ συστρατιώτη τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος τὸν ἀναφέρει στὶς πρὸς Φιλήμονα καὶ πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολές του.

Ἀργότερα συλλαμβάνεται μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου Ἀνδροκλέους καὶ πιέζεται νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ὁ Ἄρχιππος ὅμως ἀρνεῖται καὶ γι’ αὐτὸ ὑποβάλλεται σὲ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ τὸν πτοοῦν, τὸν ἐνδυναμώνουν. Τέλος ὁ διὰ λιθοβολισμοῦ θάνατος, χάρισε στὸν Ἀπόστολο Ἄρχιππο τὸ στέφανο τῆς δόξας.

Ὁ Ἀπόστολος Φιλήμων, Ἐπίσκοπος Γάζης, ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ στὶς Κολοσσὲς ἐπὶ Νέρωνος († 19 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου). Κατὰ τὸν ψευδὸ – Δωρόθεο ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου καὶ ὁ παραλήπτης τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Φιλήμονα. Κατὰ τὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς (πV, 46) ὁ μαθητὴς αὐτὸς τοῦ Κυρίου ἔγινε Ἐπίσκοπος ὄχι Γάζης ἀλλὰ τῶν Κολοσσῶν.

Ὁ ἡγεμόνας Ἀνδροκλὴς ὑπέβαλε σὲ διάφορα φρικτὰ βασανιστήρια τοὺς Ἀποστόλους Φιλήμονα καὶ Ἀπφία. Ἔτσι καὶ οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Ἀπόστολοι ἐτελειώθησαν καὶ ἔλαβαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς προσπελάσας ὁλικῇ διαθέσει, τῷ τῶν ἀρρήτων μυητῇ καὶ ἐπόπτῃ, τῶν Ἀποστόλων σύσκηνος ἐδείχθης σοφέ· ὅθεν τὸν τῆς πίστεως, θεῖον λόγον κηρύξας, ἔτεμες τοῖς τρόποις σου, τὰ φυτὰ τῆς κακίας, καὶ

ἐναθλήσας Ἄρχιππε στερρῶς, δικαιοσύνης, ἐδέξω τὸν στέφανον.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστέρα μέγαν σε ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη Ἄρχιππε, ταῖς τῶν θαυμάτων σου βολαῖς, φωτιζομένη κραυγάζει σοι· Σῶσον τοὺς πίστει, τιμῶντας τὴν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ κοινωνός, καὶ τῆς ἀληθείας, φυτοκόμος ὁ ἱερός· χαίροις Παρακλήτου, τὸ ἔμψυχον ταμεῖον, Ἀπόστολε καὶ Μάρτυς, τοῦ Λόγου Ἄρχιππε.

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ νέος Ἱερομάρτυρας

  
Ο Άγιος Νικήτας καταγόταν από την Ήπειρο και έγινε Ιερομόναχος στο Άγιον Όρος, και συγκεκριμένα στη Σκήτη της Αγίας Άννας και κατόπιν στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα (Ρώσικη). Τον κατέλαβε ο πόθος του μαρτυρίου και γύριζε τα χωριά γύρω από τις Σέρρες και τη Δράμα, κηρύττοντας τον Χριστό σαν αληθινό Θεό και τον Μωάμεθ σαν πλάνο. Συνελήφθη από τους Τούρκους και φυλακίστηκε στις Σέρρες. Κατόπιν υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια, όπως όσφρηση φωτιάς από τη μύτη, ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, καλαμένιες ακίδες στα νύχια του και κάψιμο στα απόκρυφα μέλη του. Ο Νικήτας όμως, με θαυμαστή σταθερότητα, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του στο Χριστό. Τελικά, στις 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ. τον κρέμασαν και έτσι δέχτηκε το στεφάνι της αφθαρσίας.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος, Ἡσύχιος καὶ Ἀσκληπιοδότη οἱ Μάρτυρες

Εις τον Μάξιμον, Θεόδοτον και Ησύχιον
Ἀνδρῶν τριὰς σύναθλος εὐσθενεστάτη,
Ἀνδρίζεταί σοι, καὶ τομῆς, Τριάς, μέχρι.

Εις την Ασκληπιοδότην
Ἔστεψε Χριστὸς τὴν Ἀσκληπιοδότην,
Ἧς ἐξέκοψε τὴν κεφαλὴν τὸ ξίφος.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ Μάξιμος, Θεόδοτος, Ἡσύχιος καὶ Ἀσκληπιοδότη περιερχόμενοι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χώρα, κήρυτταν μὲ παρρησία τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁμολογοῦσαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος τοῦ παντὸς καὶ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἐνῷ τὰ εἴδωλα εἶναι ἔργα χειρῶν καὶ δημιουργήματα τῶν ἀνθρώπων, κατασκευασμένα μὲ πέτρες καὶ ξύλα. Γι’ αὐτὸ συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ παραδόθηκαν στὸν Ἄρχοντα τῆς χώρας καὶ βασανίσθηκαν, γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα.

Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πείθονταν, σύρονταν σιδηροδέσμιοι ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, καὶ μάχονταν μὲ τὰ θηρία. Τὰ θηρία ὅμως δὲν τόλμησαν νὰ πλησιάσουν τοὺς Ἁγίους καὶ ἔτσι αὐτοὶ διαφυλάχθηκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Ἔπειτα μὲ σιδερένια νύχια τοὺς ἔγδαραν καὶ τέλος ἀφοῦ ἄναψαν μεγάλο καμίνι, τοὺς ἔριξαν μέσα σὲ αὐτό, ἐνῷ αὐτοὶ ἔψαλλαν χαίροντες. Καὶ εὐχαριστώντας τὸν Ἅγιο Θεὸ παρέδωσαν τὶς Ἅγιες καὶ μακάριες ψυχές τους στὸν Κύριο καὶ ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς

Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς γεννήθηκε στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας καὶ ἔζησε ἐπὶ τῶν αὐτοκρατόρων Ζήνωνος τοῦ Ἰσαύρου (474 – 475, 476 – 491 μ.Χ.), Ἀναστασίου Α’ (491 – 518 μ.Χ.) καὶ Ἰουστινιανοῦ Α’ (527 – 565 μ.Χ.).

Ἐκπαιδεύτηκε ἀπὸ τὸν διδάσκαλο Βαρυψαβᾶ καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη παιδεία καὶ μόρφωση ὁ Ὅσιος ἔμαθε καὶ τὴν συριακὴ γλῶσσα.

Στὴ συνέχεια ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀπομονώθηκε στὰ ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση καὶ ζοῦσε ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας. Ἀκολούθως ἦλθε στὴ Φοινίκη, ὅπου ἵδρυσε κοινόβιο καὶ ἀργότερα μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνος καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Βηρυττοῦ Ἰωάννου ἔκτισε μονή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε, σὲ ἱεραποστολικὸ κέντρο γιὰ τὴ διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στοὺς εἰδωλολάτρες.

Ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Ζήνων, διάδοχός του ἔγινε ὁ Ἀναστάσιος ὁ Δίκορος. Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς μὲ τὴν βοήθεια τοῦ νέου βασιλέως ἔκτισε στὴν Κωνσταντινούπολη νέα μονή, ποὺ προσαγορεύεται μονὴ τοῦ Ραβουλᾶ.
Ὅταν ὁ Ὅσιος ὑπερέβη τὰ ὀγδόντα του χρόνια τελείωσε τὸ βίο του μὲ εἰρήνη ψιθυρίζοντας τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Οἱ Ὅσιοι Εὐγένιος καὶ Μακάριος οἱ Ὁμολογητές

Ὡς εὐγενεῖς ὅρπηκες ἐν γῇ Μακάρων
Οἰκοῦσιν Εὐγένιος σὺν Μακαρίῳ.

Προ του θανείν πάσχουσι δεινά μυρία,
Eυγένιός τε και Mακάριος άμα.

Οἱ Ὅσιοι Πατέρες Εὐγένιος καὶ Μακάριος συνελήφθησαν ἐπὶ ἀτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.), ἐνώπιον τοῦ ὁποίου διεκήρυξαν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἔλεγξαν τὸν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα γιὰ τὶς δοξασίες του.

Ἀμέσως ὁ Ἰουλιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βασανίσουν. Ἀφοῦ τοὺς κρέμασαν, τοὺς ἔβαλαν πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα. Ὅμως οἱ Ἅγιοι μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ διαφυλάχθηκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἰουλιανὸς τοὺς ἐξόρισε στὴν Μαυριτανία.

Ἐκεῖ ἔφθασαν σὲ ἕνα τόπο, ὅπου ἀσκήτευαν καὶ ζοῦσαν μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Οἱ κάτοικοι ὅμως τῆς περιοχῆς τοὺς συνέστησαν νὰ φύγουν ἀπὸ ἐκεῖ, διότι στὸν τόπο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἕνας δράκοντας. Οἱ Ὅσιοι δὲν φοβήθηκαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν μὲ θέρμη στὸν Θεὸ καὶ ἀμέσως τὸ θαῦμα ἔγινε. Κεραυνὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔπεσε καὶ κατέκαψε τὸν δράκοντα.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ ἀφοῦ οἱ Ὅσιοι ἔζησαν γιὰ λίγο καιρό, κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη παραδίδοντες τὶς ἅγιες ψυχές τους στὸν Κύριο.


Ὁ Ὅσιος Κόνων 


Kόνων Όσιε ει πάλην οίδας φέρειν,
Kαι μισθόν είχες παρά Kυρίου μέγαν.


Ο Ο Όσιος Κόνων έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α' (527 - 565 μ.Χ.) και καταγόταν από την Κιλικία της Μικράς Ασίας. Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στη μονή του Πενθουκλά, η οποία βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό. Όταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Πέτρος (524 - 552 μ.Χ.) πληροφορήθηκε την θερμή ευσέβεια και την αρετή του Οσίου Κόνωνος, του ανέθεσε τη διακονία να βαπτίζει στον Ιορδάνη ποταμό όσους έρχονταν να δεχθούν εκεί το Άγιο Βάπτισμα. Όταν όμως επρόκειτο να βαπτίσει γυναίκα, σαν άνθρωπος σκανδαλιζόταν και σκεφτόταν να αναχωρήσει από το Κοινόβιο. Αλλά του παρουσιάστηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, που του έλεγε: «Κάνε υπομονή γέροντα και εγώ θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμο».

Κάποια μέρα όμως, ήλθε να βαπτισθεί μια πανέμορφη Περσίδα και ο Όσιος δεν μπόρεσε να τη βαπτίσει και να τη χρίσει γυμνή. Και η κόρη έμεινε αβάπτιστη. Ο Αρχιεπίσκοπος όταν το έμαθε στενοχωρήθηκε πολύ.

Ο δε Κόνων πήρε το δρόμο της αναχώρησης. Αλλά του παρουσιάσθηκε και πάλι ο Τίμιος Πρόδρομος και του επανέλαβε τα βοηθητικά εκείνα λόγια. Τότε ο Κόνων του είπε ότι δεν ξαναεπιστρέφει, διότι ενώ του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει δεν το έκανε. Ο δε Τίμιος Πρόδρομος, αφού τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού, του είπε να επιστρέψει και να μη αμφιβάλει πλέον. Οπότε ο Γέρων επανήλθε στο κοινόβιο και την επομένη έχρισε και βάπτισε τη νεαρή Περσίδα, χωρίς καθόλου να στοχασθεί, ότι ήταν γυναίκα.

Έζησε δε μετά από αυτά ο Όσιος άλλα 20 χρόνια και έφτασε στο μεγαλύτερο βαθμό της απάθειας, και ειρηνικά απεβίωσε σε βαθύ γήρας.


Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος


Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος, σύμφωνα μὲ μερικοὺς Συναξαριστές, ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.


Ἡ Ὁσία Μαρία τοῦ Ὅλονετς
 

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα μ.Χ. στὸ χωριὸ Περεντίνο τῆς ἐπαρχίας Σταράγια τοῦ Νόβγκοροντ ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Βασίλειος Σωφρόνωφ καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἀποκτήσει ἀκόμη τέσσερα παιδιά, δύο υἱοὺς καὶ δύο θυγατέρες. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἡ Μαρία διδάχθηκε τὸ Ὡρολόγιο καὶ τὸ Ψαλτήρι. Τὰ βράδια τοῦ χειμῶνα καθόταν καὶ διάβαζε τοὺς Βίους τῶν Ἁγίων, ἐνῷ τὴ νύχτα σηκωνόταν κρυφὰ καὶ σχεδὸν ἀθόρυβα πήγαινε μπροστὰ στὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ ἔκανε μετάνοιες.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν, ἀλλὰ ἡ Μαρία δὲν ἀποφάσιζε νὰ κάνει τὴ δική της οἰκογένεια. Ἐπισκεπτόταν τακτικὰ τὰ μοναστήρια καὶ τοὺς ἀσκητὲς ποὺ ζοῦσαν στὰ δάση πέρα ἀπὸ τὸν ποταμὸ Λόβατ. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἅγιους ἐκείνους Γέροντες τὴ συμβούλεψε νὰ βαδίσει πρὸς τὸ βορά, στὴ λίμνη Βέϊζ, ὅπου ζοῦσε ὁ ἐρημίτης π. Ἡσαΐας, ὁ θεῖος της. Ἐκεῖνος θὰ τὴν καθοδηγοῦσε στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἔτσι ἡ Ὁσία Μαρία ξεκίνησε γιὰ τὸ Ὅλονετς, γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ πατρὸς Ἡσαΐου. Ἐκεῖ καὶ ἔμεινε, γιὰ νὰ σκητέψει, μέσα σὲ μία καλύβα.

Μετὰ τρία χρόνια ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς ἦλθαν νέοι πειρασμοί. Ἡ Ὁσία ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλύβα της καὶ νὰ περιπλανιέται στὰ δάση καὶ στὴν ἔρημο. Ἔτσι ἔφθασε μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες γιὰ προσκύνημα στὴ Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου, ἀναζητώντας ἕνα ἡσυχαστικὸ καταφύγιο σὲ μία χαράδρα.
Μετὰ ἀπὸ πολὺ ἄσκηση καὶ προσευχὴ ἔφθασε ὁ καιρὸς νὰ παραδώσει τὴν ἁγία της ψυχὴ στὸν Κύριο, ποὺ τόσο ἀγάπησε. Ἡ ψυχή της χωρίσθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας τὸ ἔτος 1860.


Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος ὁ Σοφὸς


Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος γεννήθηκε τὸ ἔτος 978 μ.Χ. καὶ ἦταν μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Κιέβου. Λαβῶν ὡς ἀφορμὴ τὸ φόνο κάποιου ἐπιφανοῦς Ρώσου ἐμπόρου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπέστειλε κατὰ τοῦ Βυζαντίου, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1043, τὸν υἱό του Βλαδίμηρο μὲ 400 πλοῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέβαιναν ἑκατὸ χιλιάδες ἄνδρες Ρώσοι καὶ μισθοφόροι «ἀπὸ τῶν κατοικούντων ἐν ταῖς προσαρκτίοις τοῦ Ὠκεανοῦ νήσοις ἐθνῶν», ὅπως γράφει ὁ Γεώργιος Κεδρηνός.

Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ὁ Μονομάχος (1042 – 1054), ἀφοῦ παρέταξε τὸ Βυζαντινὸ στόλο ἔξω ἀπὸ τὸν λιμένα τοῦ Φάρου (σήμερα καλεῖται Ρούμελη Καβάκ), ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς τὸν Βλαδίμηρο προτείνοντας συμβιβασμό. Ἐκεῖνος ὅμως ἀντιπρότεινε τέτοιους ὅρους, ὥστε ἡ συνεννόηση κατέστη ἀδύνατη. Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος διέταξε τότε τὸ ναύαρχο Βασίλειο Θεοδωροκάνο νὰ εἰσέλθει μὲ τρία πλοῖα στὸ λιμένα, γιὰ νὰ προκαλέσει αὐτούς. Οἱ Ρώσοι τράπηκαν σὲ φυγὴ καὶ τὰ περισσότερα πλοῖα τους καταποντίσθηκαν. Ὅσοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατέφυγαν στὴν ξηρὰ κατόρθωσαν νὰ γλιτώσουν τὴν σφαγή, προχώρησαν μὲ τὰ πόδια διὰ τῆς Θρᾴκης πρὸς τὴν πατρίδα τους. Ἀλλὰ πρὶν φθάσουν στὸν ποταμὸ Δούναβη, τοὺς ἐπιτέθηκε, κοντὰ στὴν Βάρνα, ὁ στρατηγὸς Κεκαυμένος καὶ τοὺς φόνευσε, πλὴν 800 ποὺ αἰχμαλωτίσθηκαν καὶ ἀπεστάλησαν δέσμιοι στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τρία χρόνια μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ ἐκείνη ὁ Ἱεροσλάβος συνομολόγησε εἰρήνη μετὰ τοῦ Βυζαντίου.

Κατὰ τὸ ἔτος 1017 συνέβη τρομακτικῶν διαστάσεως πυρκαγιὰ στὸ Κίεβο, ἡ ὁποία ἀποτέφρωσε τὸ μέγιστο τμῆμα τῆς πόλεως καὶ πολλοὺς ναούς. Μεταξὺ τῶν καταστραφέντων ἀπὸ τὴ φωτιὰ ναῶν ὑπῆρξε προφανῶς καὶ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀνακατασκευάστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱεροσλάβο ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφή.

Κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο μεταξὺ τῶν υἱῶν τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου († 15 Ἰουλίου) γιὰ τὴ διαδοχὴ στὴν ἐξουσία τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος τοῦ Κιέβου, ὁ ἡττηθεῖς Σβιατοπόλκος ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ ἡγεμόνα τῆς Πολωνίας Βολεσλάβου. Ὁ Βολεσλάβος νίκησε τὸν Ἅγιο Ἱεροσλάβο καὶ διευκόλυνε τὴν κατάληψη τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὸν Σβιατοπόλκο, ὁ ὁποῖος ὅμως τελικὰ ὑποκίνησε ἐπανάσταση τῶν Κιεβινῶν γιὰ τὴ δυναμικὴ ἐκδίωξη τῶν Πολωνῶν. Ἡ κατάληψη τοῦ Κιέβου ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς χρονολογεῖται κατὰ τὸ ἔτος 1018.

Ὁ Ἅγιος θεμελίωσε τὸ ἔτος 1037 σὲ ἄλλο τόπο τὸν καὶ σήμερα σῳζόμενο μεγαλοπρεπὴ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, βυζαντινοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος κατασκευάσθηκε ἀπὸ Βυζαντινοὺς ἔμπειρους μάστορες τῆς τέχνης διὰ τῆς βυζαντινῆς κατασκευαστικῆς μεθόδου τῆς λιθοδομῆς, ὡς καὶ τὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ θεμελιώνεται ἡ ἀδιάκοπη συνέχεια τῆς Βυζαντινῆς Ἱεραποστολῆς στὴ Ρωσία καὶ ἡ κανονικὴ ὀργανικὴ ἔνταξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας στὸ διοικητικὸ σῶμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου Θεοπέμπτου, περὶ τὸ 1048, ἡ Μητρόπολη Κιέβου χήρεψε γιὰ τρία χρόνια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος συνεκάλεσε Σύνοδο τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία πιθανότατα ἐξέλεξε Μητροπολίτη Κιέβου τὸ μοναχὸ τοῦ Μπερέστοβο Ἰλαρίωνα. Ὁ Μητροπολίτης Ἰλαρίων ζήτησε τὴν ἐπικύρωση καὶ εὐλογία ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1054 καὶ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου.  

Πηγὲς:http://www.saint.gr/02/19/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/2/d/19/sxsaintlist.aspx
«Πᾶνος»