Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η ΕΛΛΑΔΑ έφθανε μέχρι τα ΣΚΟΠΙΑ


Δημοσίευμα  της Εφημερίδος :"ΑΓΩΝΑΣ"  αρ φυλ. 250-251/Μάρτιος-Απρίλιος  2018 http://www.agonas.org/

Στο άρθρο μας του μηνός Ιανουαρίου 2018 «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΑΔΑ», με την σύντομη ιστορική αναδρομή που κάναμε καταδείξαμε, ότι το θέμα δεν είναι η ονοματολογία, αλλά πίσω κρύβονται άλλοι λόγοι και άλλα συμφέροντα και ιδεολογήματα.

Σήμερα θα σας γνωρίσουμε άγνωστες πόλεις και μνημεία με ελληνικά ονόματα και Έλληνες κατοίκους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία γνωρίζοντας πριν από το β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τη φυλετική ανομοιογένεια του κράτους των Σκοπίων, τις βουλγαρικές βλέψεις επί του εδαφικού αυτού διαμερίσματος και τις αντίστοιχες αλβανικές διαθέσεις (ως αποτελούν το 1/3 του πληθυσμού) άρχισε να καταστρώνει τα δικά της σχέδια.

Μόνο η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύτηκε την περίπτωση της Ελληνικότητας ολόκληρου του μέχρι των Σκοπίων χώρου, όπου από αιώνες ανθούσαν ελληνικοί πληθυσμοί.

Ο Πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας Τίτο επινόησε να ονομάσει το κρατίδιο αυτό “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” γιατί απέβλεπε στην επέκτασή του επί της Ελληνικής Μακεδονίας του Αιγαίου.

Κατά την απογραφή του 1941 από τους Γερμανούς κατακτητές όλος ο μακεδονικός αυτός χώρος βρέθηκε να έχει 800.000 πληθυσμό του οποίου το 12% αποτελούσαν Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί δηλαδή 100.000 κάτοικοι.

Η απογραφή του 1951 μας δίνει 158.000 ελληνικό στοιχείο. Κατά τις δύο δε απογραφές του 1961 και 1971 δεν έχουμε καθαρή εικόνα για τον ελληνικό πληθυσμό!

Κάπως το πράγμα ξεκαθαρίζει η απογραφή το 1991 που δήλωσε ότι έχει ελληνική εθνική συνείδηση το 12 έως 18%, δηλαδή περίπου 250.000 κάτοικοι.

Μια μεγάλη έρευνα έκανε το Ελβετικό Ινστιτούτο Γενετικής “IGENEA” επί 10 χρόνια χρησιμοποιώντας εκτενή βιβλιογραφία 500 περίπου, επιστημονικών πηγών και σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους, η οποία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 2010, ακολούθησε το 2014 και επανήλθε το 2017 σε όλα τα ΜΜΕ των Σκοπίων, προκαλώντας μεγάλη αίσθηση σε βαθμό να ψάχνουν να βρουν “ποιοι, τελικά, είναι οι κάτοικοι των Σκοπίων”!

Σύμφωνα λοιπόν με την έρευνα του IGENEA το 15% των Σκοπιανών είναι Έλληνες στο DNA τους! Δηλαδή 300.000 Έλληνες σε 2 εκ. κατοίκους.

Υπάρχει συνεπώς σήμερα, αναντίρρητα, ελληνισμός στα Σκόπια, γεγονός που δεν πρέπει να μας διαφεύγει αλλά να αποτελεί τον πρώτο στόχο μας και να προβάλλεται παντοειδώς.

Αλλά ενώ υπάρχει ισχυρή ελληνική μειονότητα στα Σκόπια, η Ελλάδα ουδέποτε έθεσε αλυτρωτικό θέμα στο γειτονικό κράτος.

Και επειδή η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, θα πρέπει η Ελλάδα να καταστήσει σαφές στην γείτονα ότι το 15% του πληθυσμού της αποτελείται από κατοίκους που ιστορικά είναι συνδεδεμένοι με την Ελλάδα και έχουν ελληνική εθνική συνείδηση.

Σε δεύτερη ενέργεια πρέπει να εκτυπωθούν χάρτες με τις ελληνικές πόλεις και τα τοπωνύμια από τις γραμμές των συνόρων μέχρι το ύψος των Σκοπίων. Αυτό θα αποτελεί την καλύτερη απάντηση στους χάρτες των Σκοπιανών, οι οποίοι έχουν εμποτίσει τον λαό τους με αλυτρωτικά αισθήματα και με χάρτες που εκτείνουν την επικράτειά τους μέχρι την Λάρισα!!!

ΠΟΛΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ

Το ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ:

«Νύχτα μπήκαμε στο Μοναστήρι… Είναι μια μεγάλη πολιτεία σερβική, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες… Μιλάνε ψιθυριστά, περπατάνε τρομαγμένα…» (Στ. Μυριβήλης, “Η ζωή εν τάφω”).

Η σύσταση του πληθυσμού κατά την Οθωμανική εποχή ήταν πολυεθνική, όπου κατοικούσαν Έλληνες, Βούλγαροι, Οθωμανοί ποικίλων εθνοτήτων. Θρησκευτικά ήταν χριστιανοί, ορθόδοξοι, ελάχιστοι ουνίτες, διαμαρτυρόμενοι, εβραίοι και μουσουλμάνοι.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο περιηγητής Victor Berar να πως περιγράφει το Μοναστήρι: «Στη χριστιανική συνοικία του Μοναστηριού είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα και τα τζάμια, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του Έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας…».

Την ονομασία του πήρε εξαιτίας ενός μοναστηριού που υπήρχε κοντά και ήταν η έδρα του μητροπολίτη Πελαγονίας και Άνω Μακεδονίας.

Το 1830 η πόλη αριθμούσε 25.000 κατοίκους, εκ των οποίων τα 2/3 ήταν Έλληνες, κυρίως βλαχόφωνοι. Το 1870 έχει μετατραπεί ως το σημαντικότερο ελληνικό πολιτικό κέντρο.

Η οθωμανική απογραφή του 1910 αναφέρει πληθυσμό 40.000 ατόμων, ενώ η ελληνική Μητρόπολη το 1912 τους ανεβάζει στα 43.000 άτομα.

Στις 5 Νοεμβρίου του 1912 καταλαμβάνεται από τα σερβικά στρατεύματα. Από τότε αρχίζει ένας άγριος διωγμός και καταπίεση. Άλλαξε ριζικά η φυσιογνωμία της πόλης. Υπολογίζεται ότι έως το 1935 είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή 19.000 οικογένειες Σέρβων και Βόσνιων, ενώ περισσότερες από 8.000 ελληνικές κατοικίες δημεύτηκαν προς όφελος των εποίκων. Το 1923 κλείνουν το προξενείο, το 1924 απαγορεύεται η ελληνική γλώσσα σε δημόσιους χώρους και οι ελληνικές επιγραφές στα καταστήματα. Και πέντε χρόνια αργότερα κλείνουν όλα τα ελληνικά σχολεία.

Χιλιάδες έλληνες πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, καταφεύγοντας στην Ελλάδα.

ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑ:

Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον. Στη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο την συναντούμε ως Τιβεριούπολη, όπου μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι “δεκαπέντε μάρτυρες”. Επικεφαλής των δεκαπέντε αυτών μαρτύρων ήταν ο πρώτος επίσκοπος της Στρώμνιτσας και μέλος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Με βάση την οθωμανική στατιστική του 1905, εδώ κατοικούσαν 5.617 Έλληνες Ορθόδοξοι, 4.138 μουσουλμάνοι, 1.110 Βούλγαροι και 720 Εβραίοι.

Στις 24 Ιουνίου του 1913 ελευθερώθηκαν από τον ελληνικό στρατό, αλλά με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου, περνάει οριστικά στο σερβικό έλεγχο. Αναγκάστηκαν να φύγουν. Όσοι απόμειναν υπέστησαν τη σερβική πολιτική εκσλαβισμού. Το 1925 έκλεισαν τα εναπομείναντα ελληνικά σχολεία. Στην απογραφή του 1945 δεν αναφέρεται κανείς Έλληνες στην πόλη.

ΟΧΡΙΔΑ ή ΑΧΡΙΔΑ:

Η πόλη Αχρίδα βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδίου, που η ίδρυσή της τοποθετείται στον 6ο αιώνα π.Χ. στα δε βυζαντινά χρόνια τη συναντάμε ως Ιουστινιανή. Το όνομα Οχρίδα εμφανίζεται το 10ο αιώνα.

Στα μέσα του 19ου αιώνα την συναντάμε ως Αχρίδα και είναι ένα μεγάλο ελληνικό κέντρο. Ο Γερμανός Hermann Wender την ονομάζει «ακρόπολη του ελληνισμού». Ο Τσέχος καθηγητής Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του Βουλγαρικού κράτους Constantin Jizecek γράφει: «Η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία». Ο δε Γάλλος συγγραφέας Victor Berard, μας πληροφορεί: «Το 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πολύ πλούσιοι. Είχαν εις χείρας των ένα μέγα εμπόριον γουναρικών… Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι ιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες στην ψυχή. Οι νέοι μετέβαιναν στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, ουδείς ωμίλει την Βουλγαρικήν».

Κι εδώ, σύμφωνα με ελληνικές στατιστικές, το 1913 άρχισε η σταδιακή συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας.

ΚΡΟΥΣΟΒΟ:

Το όνομα προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσος». Η κοινότητα του Κρούσοβο ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά το 1856 αριθμούσε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και ελάχιστους Αλβανούς και Βούλγαρους. Το 1903, λίγο πριν την καταστροφή, στο Κρούσοβο κατοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες.

Την 20η Ιουλίου 1903 άρχισε η εξέγερση με επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά οθωμανικών στρατιωτικών στόχων. Σύντομα, η εξέγερση κατεστάλη και οι Οθωμανοί με τον επικεφαλής Μπαχτιάρ Πασά μπήκαν στο Κρούσοβο και άρχισαν τις σφαγές και τις καταστροφές. Κατεστράφη σχεδόν όλη η Ελληνική συνοικία, ενώ η Βουλγαρική διασώθηκε. Πυρπολήθηκαν 366 σπίτια και 203 καταστήματα ελληνικά. Το βλαχόφωνο ελληνικό στοιχείο μειώθηκε κατά πολύ και έφθασε τα 5.400 άτομα, ενώ αυξήθηκαν οι Βούλγαροι εξαρχικοί στους 2.160 και οι ρουμανίζοντες βλάχοι στους 650.

ΓΕΥΓΕΛΗ:

Η πόλη είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ειδομένης. Βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνικά Σύνορα. Μετά την Επανάσταση του 1821, η Οθωμανική διοίκηση μετέφερε από την Ανατολία μουσουλμάνους για να δημιουργήσει δικούς της πληθυσμιακούς θύλακες. Η οθωμανική απογραφή του 1902 έδειξε ότι: Στη Γευγελή με τα 25 χωριά της κατοικούσαν 17.700 Έλληνες Ορθόδοξοι, 17.500 μουσουλμάνοι και 8.100 Βούλγαροι εξαρχικοί.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, λόγω της οικονομικής ευμάρειας είχαν ιδρυθεί ευαγή ιδρύματα και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Στην πόλη λειτουργούσαν 5 ελληνικά σχολεία, 1 οθωμανικό και 1 Βουλγαρικό.

Η κατάληψη από τους Σέρβους σηματοδότησε το τέλος της ακμής της. Το 1947 οι αρχές εκτόπισαν τους Σαρακατσάνους σε απόσταση 160 χιλιομέτρων, από τα σύνορα. Ήταν ποινικό αδίκημα όποιος πλησίαζε τα σύνορα. Το 1963-68, περίπου, 4.000 Σαρακατσάνοι, εκδιώχτηκαν από τον Τίτο και εγκαταστάθηκαν στο Νέο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.

ΜΕΓΑΡΟΒΟ:

Είναι μία αμιγώς ελληνική κωμόπολη, που κατοικούνταν αποκλειστικά από βλαχόφωνους Έλληνες.

Οι κάτοικοι σε επιστολή τους – 12 Ιουνίου 1907 – περιγράφουν τους κινδύνους που παρουσιάστηκαν με την εμφάνιση του σέρβικου και βουλγάρικου εθνικισμού:

«Η δική μας κοινότητα θεωρεί ιερό της καθήκον να ενώσει μαζί με των άλλων αδελφών μας και τις δικές μας διαμαρτυρίες… Λεγόμαστε Βλάχοι… Ήμασταν και θα είμαστε Έλληνες…» (ακολουθούν οι υπογραφές των 102 οικογενειών και των Ιερέων).

Η επιστολή δε των προκρίτων αναφέρει: «Προφανούς πανταχόθεν επαπειλούντος τα πατρώα και πάτρια ημών κινδύνου και8 δη από των εντεύθεν και εκείθεν του ίστρου…» και καταλήγει: «… αίρομεν κραυγήν βαθείας οδύνης, κραυγήν αντλουμένην εκ της βαθείας συναισθήσεως της εξ Ελλήνων ημών καταγωγής…».

Το 1913 αναφέρονται μόνο τρεις σλαβόφωνες οικογένειες, ενώ ήταν 328 Ελληνόφωνες και βλαχόφωνες με σύνολο 2.417 άτομα.

ΒΕΛΕΣΣΑ:

Σήμερα είναι γνωστή ως Tito Veles, και είναι χτισμένη πάνω στην αρχαία ελληνική πόλη Βυλάζωμα. Το 1890 στην πόλη κατοικούσαν περί τους 3.000 βλαχόφωνους Έλληνες. Κατά τον 19ο αιώνα, αγγλικές προξενειακές πηγές αναφέρουν βίαιες αντιδράσεις Ελλήνων στις προσπάθειες των Βουλγάρων εξαρχικών να αρπάξουν ελληνορθόδοξες εκκλησίες.

Από το 1913 αρχίζει το μαρτύριο του ελληνικού στοιχείου από το βίαιο σερβικό εθνικισμό και από το 1945 άρχισε η «μακεδονοποίηση» που εντάθηκε μετά την ανεξαρτητοποίηση της FYROM το 1992.

ΤΥΡΝΟΒΟ:

Είναι μία νέα πόλη που χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα. Κατοικούνταν από 3.000 Έλληνες και 30 φιλορουμάνους. Υπήρχαν 3 ελληνικά σχολεία με 375 μαθητές και 1 Ρουμανικό με 15 μαθητές.

Μετά την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η ελληνική κοινότητα του Τυρνόβου βρέθηκε μέσα στην σύγκρουση του Βουλγάρικου και Σέρβικου εθνικισμού. Το 1913 περνά η πόλη στον οριστικό έλεγχο των Σέρβων. Ακολούθησε η εθνική καταπίεση και προσπάθεια αφομοίωσης όσων παρέμειναν και δεν προσφυγοποιήθηκαν.

Σε επιστολή τους οι Πρόκριτοι ζητούν βοήθεια: «… Διαβλέπομεν – γράφουν – κίνδυνον μέγιστον και δη όλεθρον επισειόμενον κατά της εθνικής ημών καταγωγής…»! και καταλήγουν: «Διακηρύττομεν, όθεν, οικειοθελώς και εν βαθεία συναισθήσει της εξ Ελλήνων ημών καταγωγής, ότι θα εμμένωμεν εις τα πάτρια και ότι η βία και η πίεσις εκ μέρους των εθνικών ημών πολεμίων ως δεν κατόρθωσαν, ουδέ θα κατορθώσωσι ποτέ να κλονίσωσι τας εθνικάς ημών πεποιθήσεις…».

Εις το Μορίχοβον από τα 27 χωριά, τα 24 ήταν ελληνικά.

Απ’ όλα αυτά τα μέρη βγήκαν μεγάλοι μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί. Από αυτή την περιοχή αναδείχθηκαν διάσημοι προσωπικότητες εις τον πνευματικόν, πολιτικόν και εργασιακόν χώρον της Ελλάδας. Τα σχολεία ήταν μία πνευματική κυψέλη, που, δυστυχώς, οι φίλοι μας (!) οι Σέρβοι τα έκλεισαν (όπως και τους ναούς) μετά την συνθήκην του Βουκουρεστίου.

Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά ονόματα σπουδαίων Ελλήνων αυτών των περιοχών:

Από το Κρούσοβο κατάγονταν οι: Πρύτανις του Παν. Αθηνών Ιωάν. Πανταζίδης (1891-1993), Πέτρος Παπαγεωργίου – καθ. Φιλοσοφικής. Αλεξ. Σβώλος – καθ. Νομικής, Φιλώτας Παπαγεωργίου – αντιπρόεδρος του ΣτΕ, Γ. Νιτσιώτας – καθ. Πολυτεχνικής, Αντ. Ταχιάος – καθ. της Θεολογικής, και Δ. Τάχος – καθ. της Νομικής.

Από το Μοναστήριο οι: Ιωάν. Σούτης – καθ. της Νομικής και Ακαδημαϊκής, Δ. Σούτης – Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, ο Πέτρος Γέμπτος – πρύτανις του Παν. Αθηνών & Δήμαρχος Λάρισας Μιχ. Σάπκας.

Από την Αχρίδα οι: Αλέξανδρος Δήμιτσας – πρόεδρος του ΣτΕ, Γ. Παπακωνσταντίνου – διευθυντής της Τραπέζης Ελλάδος Θεσσαλονίκης, μια μεγάλη σειρά διπλωματών από την οικογένεια Πηλεών, διακεκριμένοι δικηγόροι, γιατροί, καθηγηταί, δάσκαλοι κ.λ.π.

Αυτό είναι το ένδοξο ελληνικό παρελθόν αυτής της περιοχής, που ονόμασαν κράτος “Μακεδονία” οι Σκοπιανοί, εξαναγκάζοντας ή να εγκαταλείψουν οι γηγενείς Έλληνες τις πατρογονικές τους εστίες ή να δηλώσουν “Μακεδόνες”, “Βλάχοι”, “Σαρακατσαναίοι” και “Πολιτικοί Πρόσφυγες”.

Συνεπώς υπάρχει σήμερα αναντίρρητα ελληνισμός στα Σκόπια, τον οποίο πρέπει να καταγράψουν οι κυβερνώντες και να σταθούν δίπλα σ’ αυτή την ελληνική εθνική μειονότητα.

Μήπως θα πρέπει το δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής να αλλάξει και από: «Δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε τίποτε» να γίνει «Διεκδικούμε από τους γείτονές μας εκείνο που ιστορικά μας ανήκει;».